Αναγκάζομαι να μιλήσω, επειδή άνθρωποι της επιστήμης αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τις συμβουλές μου χωρίς να γνωρίζουν το γιατί. Φόβος είναι ο λόγος που δεν έδωσα μέχρι τώρα εξηγήσεις. Φόβος ότι θα γελοιοποιηθώ. Φόβος ότι θα στιγματιστώ. Σήμερα είμαστε πολύ πέρα από όλα αυτά. Το όνομα μου είναι Δόκτωρ Άλαν Πάημαν και σήμερα είναι Σαββάτο, 30 Νοεμβρίου 2024. 3 χρόνια, 4 μήνες και 12 ημέρες ύστερα από την πρώτη φορά που, συνειδητά τουλάχιστον, επισκέφτηκα αυτό το ‘άλλο μέρος’. Η ανάμνηση, όπως και όλες, ξεκινάει κατευθείαν μέσα στην δράση χωρίς απαντήσεις στα ποιός, που και γιατί. Μέσα σε ένα μισο-κατεστραμμένο και γεμάτο σκόνη βίντεο κλαμπ με εμένα να ξεφυλλίζω μια ξεχασμένη συλλογή από πλαστικοποιημένα πόστερ ταινιών δράσης της δεκαετίας του 90. Ήχοι από αναφιλητά διακόπτουν την αναζήτηση μου, οδηγώντας με σε λαβύρινθους από ράφια που κάποτε ίσως να ήταν γεμάτα με βιντεοπαιχνίδια και χαζοκωμωδίες. Βλέπω τον εαυτό μου να βαδίζει χαμογελαστός μέχρι που αντικρίζω ένα μικρό κορίτσι γονατιστό στο πάτωμα και δύο λίγο μεγαλύτερα αγόρια να την παρηγορούν. Με κοιτάζουν, σηκώνονται και εγώ κάνοντας λίγα βήματα ακόμα προς εκείνα προσπαθώ να τα ηρεμήσω προτρέποντας τους να μην ανησυχούν, λέγοντας τους ότι όλο αυτό είναι απλά ένα όνειρο. Το πιο ψηλό αγόρι με ρωτάει εύλογα πως είμαι τόσο σίγουρος για αυτό. Χωρίς να το έχω προσέξει και χωρίς καμία μέχρι τώρα άλλη ένδειξη για αυτό, σηκώνω το χέρι μου και δείχνω από πίσω τους. Αναγνωρίζω εκείνη την στιγμή, στο σημείο όπου δείχνω, ένα πρόσωπο γνωστό μου, ένα πρόσωπο που έχω χάσει από τα παιδικά μου χρόνια. Λέω στα παιδιά ότι το ξέρω γιατί από πίσω τους κάθεται ο παππούς μου και ο παππούς μου έχει πεθάνει. Εκκωφαντικό σφύριγμα από ατμομηχανή παλαιού τρένου ακούγεται έξω από το κτίριο και λίγα δευτερόλεπτα μετά το πρόσωπο που αναγνώρισα ως τον αγαπημένο μου παππού έχει μετατοπιστεί με κάποιον μεταφυσικό τρόπο διακριτικά από πίσω μου. Πριν προλάβω να γυρίσω για να τον αντικρίσω, με αρπάζει από τον λαιμό και με παθιασμένο μίσος πιέζει τα χέρια του στον σβέρκο μου στραγγίζοντας την σάρκα μου από τις τελευταίες τις ανάσες. Ξυπνάω λουσμένος στον ιδρώτα πίσω στην πραγματικότητα και στην ευρύχωρη μου γκαρσονιέρα με τα παλλόμενα φώτα από την ξεχασμένη ανοιχτή τηλεόραση να με τυφλώνουν. Μια δημοσιογράφος με σοβαρό τόνο μιλάει για κάποιο ατύχημα. Κάποιο ζευγάρι που τραγικά έχασε την ζωή του. Και τα 3 παιδιά τους που χαροπαλεύουν στην εντατική. Τραβιέμαι λίγο προς το κομοδίνο δεξιά από το ξύλινο κρεβάτι μου για να πιάσω τα γυαλιά μου. Μόλις τα βάζω, αντικρύζω στην οθόνη μια φωτογραφία με τρία πρόσωπα που δεν θα ξεχάσω ποτέ μου. Τα πρόσωπα που προσπάθησα να παρηγορήσω πριν ο αγαπημένος μου παππούς πασχίσει να με διώξει από αυτό το ‘άλλο μέρος’.
