Horror, Mystery & Fantasy by P.S. Gianniotis

A Pact of Souls – Κεφάλαιο 1: Ένα εύκολο θήραμα

Μια φορά και έναν καιρό, έναν καιρό όχι και πολύ μακρινό, ο μικρός Κλάρενς Γουότερς κείτεται ανάμεσα σε πανύψηλους κορμούς σκοτεινών και διεστραμμένων δέντρων. Οι κορώνες τους μπλοκάρουν κάθε προσπάθεια φωτός να εισβάλει σε αυτόν τον δυσοίωνο τύμβο ενώ νεκρική σιγή και ομίχλη αγαλλιάζουν το τοπίο παγώνοντας τυχόν απατηλές αναπνοές. Κανένα σημάδι ζωής δεν φαίνεται και ούτε ακούγεται σε ένα δάσος ανόμοιο με οτιδήποτε άλλο, σε ένα δάσος καταραμένο, σε ένα δάσος γεμάτο δόλους και απόκρυφα μυστικά. Λες και κάποιος τρομερός μάγος από ιστορίες φαντασίας, σχολαστικά σκέπασε στρέμματα καμένης γης με την ζωντάνια και την πρασινάδα ενός τροπικού δάσους. Όλο μια αυταπάτη. Όλο εκτός από το παιδί καταμεσής του δάσους.

Στην απόλυτη σιγή, λίγα πράγματα καταφέρνουν να κρυφτούν και η ανάσα ενός ζωντανού ανθρώπου δεν είναι ένα από αυτά. Ο μικρός Κλάρενς δεν αναπνέει. Το σώμα του παραμένει ακίνητο περιμένοντας να θαφτεί ξανά και ξανά ανάμεσα στα κύματα ομίχλης που ταξιδεύουν από πάνω του φθείροντας τα χαρακτηριστικά του. Το κεφάλι του είναι ξυρισμένο με μια τεράστια ουλή να ξεχωρίζει από πίσω χωριζοντας το κρανίο του στην μέση. Φοράει μονάχα έναν λευκό χιτώνα που θυμίζει νοσοκομειακή ρόμπα, αποκαλύπτοντας ίσως τις στενάχωρες τελευταίες του ώρες. Σε στάση εμβρύου, το κεφάλι του λυγισμένο προς τα μαζεμένα γόνατα του και τα χέρια του σταυρωμένα πάνω στο στομάχι του. Η ομίχλη προσπαθεί να κρύψει αυτό που υπάρχει ανάμεσα στα χέρια του, αλλά η πυκνότητά της μεταβάλλεται όσο μετακινείται αφήνοντας περιθώριο για κλεφτές ματιές. Κοιτώντας προσεκτικά, κάτω από την περιοχή του στομαχιού του αγοριού, ο χιτώνας του φαίνεται να έχει σκιστεί και από μέσα να βγαίνει μια φαρδιά χορδή από σάρκα, σαν ομφάλιος λώρος, που ενώνεται με το έδαφος βρίσκοντας καταφύγιο βαθιά μέσα στο χώμα.

Τι είναι αυτό το μέρος και για ποιον λόγο το σώμα ενός μικρού παιδιού είναι συνδεδεμένο με το έδαφος; Σε τι απαίσιο πράγμα καταλήγει; Θόρυβος ακούγεται και η επιφάνεια της ομίχλης αρχίζει να ταράσσεται. Κάτι από αρκετά μακριά επιταχύνει προς το κέντρο του δάσους. Σκισίματα κλαδιών και φύλλων, και κρούσεις από τύμπανα της φύσης. Το αντικείμενο φαίνεται να συγκρούεται με τα πάντα γύρω του για να φτάσει στον προορισμό του. Η διαταραχή φαίνεται να πλησιάζει όλο και πιο κοντά ενώ το αντικείμενο αρχίζει να επιβραδύνει. Συντόμως, κάτι σκοτεινό αναδύεται μέσα από τους θάμνους. Η μορφή του μοιάζει με άνδρα αλλά όσο φαίνονται περισσότερο τα χαρακτηριστικά του τόσο περισσότερο απομακρύνεται από το ανθρώπινο είδος. Περιπολεί κυκλικά το πτώμα με προσοχή μέχρι που έρχεται πιο κοντά. Μισός άνθρωπος – μισός τράγος, αυτό το πλάσμα πρέπει να είναι αποτέλεσμα κάποιας μετάλλαξης. Οι Σάτυροι από την Ελληνική Μυθολογία έρχονται στον νου, αλλά μπορεί να είναι αληθινοί; Γίνεται να υπάρχουν στην πραγματικότητα;

Και όμως ένα τέτοιο πλάσμα περήφανα τεντώνεται μπροστά στο σώμα του Κλάρενς, σηκώνοντας τα μακριά του κέρατα που ξεκινούν από τους κροτάφους του και αρχίζουν να λυγίζουν προς τις άκρες τους διακοσμώντας τα σκούρα και σγουρά καφέ μαλλιά του. Το πυκνό τρίχωμα του κεφαλιού του κατεβαίνει κάτω από τα μυτερά του αυτιά και συνεχίζει ως το πηγούνι του πλέκοντας μια μακρια γενειάδα που στολίζει το άγριο πρόσωπο του. Το δέρμα του μοιάζει με του Καυκάσιου ανθρώπου, λίγο πιο σκούρο και με μια ελαφριά απόχρωση άλικου. Το στήθος του γυμνό και από την μέση και κάτω καλυμμένος με την ίδια σκούρα καφέ γούνα. Τα πόδια του κάτω από τα γόνατα λυγίζουν προς τα πίσω καταλήγοντας σε δύο ευμεγέθη οπλές. Η διακριτικότητα και η λεπτότητα δεν είναι από τα δυνατά του προσόντα, μιας και με κάθε του βήμα ανακοινώνει την παρουσία του σε μεγάλη ακτίνα με τον θόρυβο που παράγουν οι ισχυρές οπλές του. Εάν υπήρχε μια ζωντανή και υγιής λεία εδώ, τα παραπάνω θα τον πρόδιδαν και το αποτέλεσμα του κυνηγιού θα αποφασιζόταν από έναν αγώνα αντοχής και ταχύτητας. Σε αυτή την περίπτωση, το θήραμα είναι περιτυλιγμένο και στολισμένο σαν δώρο γενεθλίων.

«Κλανκ … κλανκ … κλανκ.» ακούγονται οι οπλές καθώς ο Σάτυρος συνεχίζει να περιπολεί αξιολογώντας την κατάσταση και ανασαίνοντας αρκετά βαριά. Φαίνεται ότι προσπαθεί να ανιχνεύσει τυχόν παγίδες ή οποιοδήποτε άλλο θηριώδες πλάσμα που θα μπορούσε να τον είχε παρασύρει με αυτό το δόλωμα. Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, αφήνει μια τελευταία βαριά εκπνοή και γυρίζει το βλέμμα του πίσω στον θάμνο από τον οποίο αναδύθηκε. Κάνει μια χειρονομία με το δεξί του χέρι και σιγά σιγά αποκαλύπτεται μια δεύτερη φιγούρα. Είναι της ίδιας ανθρωποειδούς φυλής αλλά αυτή την φορά είναι ξεκάθαρο ότι είναι γυναίκα. Μεγαλόπρεπες μακρινές χρυσαφένιες πλεξούδες, κοντά σπειροειδή κέρατα, βυσσινί ζουμερά χείλη και γεμάτα ζωή στήθη. Τα άγρια χαρακτηριστικά του αρσενικού πλάσματος το κάνουν να μοιάζει περισσότερο με θηρίο παρά με άνθρωπο, ενώ αντιθέτως η ομορφιά του θηλυκού ξεπερνάει την εικόνα μιας καλλονής γυναίκας και αγγίζει την μορφή και την ακτινοβολία θηλυκής θεότητας. Ωστόσο, από τον τρόπο που τον κοιτάζει, φαίνεται να είναι εκείνος το αντικείμενο λατρείας στην συγκεκριμένη περίπτωση. Όχι από θαυμασμό αλλά από φόβο.

Ο αρσενικός Σάτυρος ανοίγει τα σαγόνια του αποκαλύπτοντας τα ζωώδη δόντια του και με την άγρια φωνή του φωνάζει ενθουσιασμένος. «Είναι η τυχερή μας μέρα!»

Το θηλυκό προσεγγίζει το αγόρι και σηκώνει ελαφρά το βλέμμα της προς το αρσενικό. Διστακτικά σηκώνει τα χείλη της βλέποντας τον να είναι χαμένος μέσα στην έκσταση του. 

«Πρέπει να τον μαζέψουμε προτού …» και πριν προλάβει να τελειώσει την φράση της, οι κόρες των ματιών της διαστέλλονται απότομα από το σοκ που ακολουθεί. Παρακολουθεί τον αρσενικό Σάτυρο να σηκώνει το αριστερό του χέρι και να αποκαλύπτει τρεις κοφτερές δαγκάνες. Με τεράστια ορμή τις κατεβάζει πάνω στο σώμα του παιδιού.

«ΧΡΑΤΣ!» Η επίθεση τόσο άγρια θα μπορούσε να είχε διαλύσει την σάρκα του παιδιού στα δύο. Όμως ο Σάτυρος είχε άλλο πράγμα στο μυαλό του. Τα νύχια-δαγκάνες του έπεσαν χειρουργικά πάνω στον ομφάλιο λώρο που ένωνε το αγόρι με την γη, κόβοντας το στα δύο και διακόπτοντας αυτή την αλλόκοτη ένωση. Το τμήμα που ήταν ακόμα συνδεδεμένο με το έδαφος άρχισε να κάνει σπασμωδικές κινήσεις σαν το σώμα ενός φρεσκο-αποκεφαλισμένου κοτόπουλου. Μία από εδώ. Μία από εκεί μέχρι που μετά από λίγο αρχίζει να απορροφάται από το έδαφος, επιστρέφοντας πίσω σε ότι φρικτό πράγμα ανήκει. Απ’έξω πάλι, το μέρος που συνδεόταν με την κοιλιακή χώρα του αγοριού ξεκινάει να εξατμίζεται σε τέφρα λες και δεν υπήρχε ποτέ. Κανένα τραύμα, καμία ουλή δεν έμεινε να υπενθυμίζει την ύπαρξη του. Η μόνη χαραγμένη ανάμνηση, μια σκισμένη τρύπα στον χιτώνα του παιδιού.

Ένα μικρό αεράκι περνάει και μαζεύει την αναστάτωση που έφερε η κίνηση του Σάτυρου παίρνοντας την τέφρα μακριά από το μέρος αυτό. Συγκλονισμένη η θηλυκιά ζητά εξηγήσεις. 

«Φάλικ τι έκανες; Τώρα θα … τώρα θα ξυπνήσει πριν μπορέσουμε να τον δεσμεύσουμε.»

Σαφώς ενοχλημένος από τα λόγια της, ο αρσενικός Σάτυρος της φωνάζει.

«Πρόσεξε τα λόγια σου τσουλί. Σε έχω επιλέξει να με υπηρετείς και θα κάνεις μονάχα αυτό!» Κάνει μια μικρή παύση ενώ την βλέπει να γνέφει και συνεχίζει πιο ήρεμα. «Σκέφτομαι … λέω να τον δοκιμάσουμε πρώτα.»

Μπερδεμένη με αυτό που ακούει, προσπαθώντας να κατανοήσει το σχέδιο του αλλά ταυτόχρονα να μην τον εξοργίσει παραπάνω, ρωτάει.

«Και … τι θα γίνει με το αφεντικό;»

Ένα χαμόγελο σχεδιάζεται στο πρόσωπο του Φάλικ καθώς συλλογίζεται το σχέδιο του.

«Όσο υπάρχουν αποδείξεις μάχης, το αφεντικό δεν θα καταλάβει τίποτα. Μόνο το γεγονός ότι θα του φέρουμε τον μισό, κάθε φορά που θα μας βλέπει θα το θυμάται αυτό το δώρο και θα καυλώνει. Και όχι μόνο αυτό αλλά θα βρισκόμαστε στον δρόμο για την Άνοδο πολύ πιο γρήγορα από οποιονδήποτε άλλον στην λίστα του.»

«Μα είναι μονάχα ένα μωρό Φάλικ. Δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εδώ.» Ταραγμένη η θηλυκή Σάτυρος συνεχίζει. «Και αν οι κανόνες δεν ισχύουν για αυτόν;»

Ο Φάλικ εξαγριωμένος ορμά τρέχοντας πάνω της και την πιάνει από το λαιμό.

«Δεν είσαι σε θέση να αποφασίζεις ποιος πρέπει ή ποιος δεν πρέπει να βρίσκεται εδώ. Οι κανόνες είναι απλοί και ισχύουν για όλους. Ιδιαίτερα … για τους αδύναμους!» την φοβερίζει πιέζοντας και γλιστρώντας τον αντίχειρα του πάνω στα χείλη της.

Η ένταση διακόπτεται από μια κραυγή που έρχεται από πολύ κοντά τους. Ο μικρός Κλάρενς έχει ανοίξει τα μάτια του και παλεύει για μια ανάσα. Το μέτωπο του τεταμένο και το πρόσωπο του ωχρό, ακριβώς σαν ένα νεκρο σώμα που έχει επιστρέψει στην ζωή έχοντας ξεχάσει τι σημαίνει να είσαι, τι σημαίνει να υπάρχεις Δεν υπάρχει χρόνος να γιορτάσει την επιστροφή του μιας και κάτι απειλεί να τον στείλει πάλι πίσω. Προσπαθεί να κινηθεί αλλά το σώμα του δεν έχει ξυπνήσει ακόμα. Συλλέγει όλη την δύναμη του στα χέρια του και αρπάζει τον λαιμό του όπως μπορεί προσπαθώντας να αφαιρέσει αυτό που εμποδίζει την αναπνοή του. Ο Φάλικ μόλις το καταλαβαίνει, παρατάει την σύντροφο του. 

«Ανόητοι ανθρωποι …» αναστενάζει και αρπάζει με το ένα χέρι το σώμα του παιδιού. Τον σηκώνει ψηλά και με το άλλο του χέρι αγγίζει το στήθος του Κλαρενς αρχίζοντας να μουρμουρίζει κάτι απαίσια λόγια. Συνεχίζει μέχρι που ανεβάζει την παλάμη του από το στήθος του παιδιού μέχρι τον λαιμό του όπου σταματάει.

Η θηλυκιά παρακολουθεί και με τα μάτια καρφωμένα πάνω στον Φάλικ ψιθυρίζει κάτι από πίσω του. 

«Κάποτε ήμασταν και εμείς …»

Ο πνιγμός του αγοριού έχει γίνει ακόμη πιο έντονος. Εξασθενεί τελείως και λιποθυμάει. Με μια απότομη κίνηση, ο Φάλικ τραβάει την παλάμη του προς τον ουρανό. Μικροί μαύροι γυμνοσάλιαγκες τινάζονται από το στόμα του Κλάρενς ελευθερώνοντας την ανάσα του. Το παιδί βήχει και με κάθε ξέσπασμα του πετάγονται περισσότερα από τα ίδια σιχάματα. Κάποιοι γυμνοσάλιαγκες φαίνονται να κινούνται αλλά οι περισσότεροι είναι κομματιασμενοι και νεκροί. Ο Φάλικ σηκώνει το δεξί του πόδι και με την οπλή του συνθλίβει τους ζωντανούς καθώς ψελλίζει «Θλιβερό…»

Έχοντας κατευνάσει τον βήχα του, ο μικρός Κλάρενς ζωντανός ξανά, θα πει τις πρώτες του λέξεις σε αυτή την δεύτερη ευκαιρία για ζωή.

«Λυ … λυπάμαι πολύ;» ψιθυρίζει μπερδεμένος.

«Για πιο πράγμα λυπάσαι μικρέ;» τον ρωτάει ο Φάλικ μειδιώντας.

«Δδ … δεν ξέρω. Δδ … δεν θυμάμαι.» «Που βρίσκομαι: Τι είναι αυτό το μέρος;»

Χαμογελώντας ο Φάλικ κοιτάει πίσω στην σύντροφο του. Τα μάτια τους συναντιόνται και κλειδώνουν μεταξύ τους ενώ το αγόρι συνεχίζει τις ερωτήσεις.«Ποιος είσαι εσύ; Ποιοί είστε;»

«Πίστεψε με όταν σου λέω ότι θα προτιμούσες να μην ξέρεις τις απαντήσεις.» Με ειρωνικά καθησυχαστικό τόνο μιλάει στο παιδί ενώ φαίνεται να περιμένει κάποια αντίδραση από το θηλυκό, ίσως σε κάποια γλώσσα σώματος που ξέρουν μόνοι οι Σάτυροι ή πιο συγκεκριμένα αυτοί οι δύο. Εκείνη μοιαζει να αμφιταλαντεύεται από τις εκφράσεις της αλλά μετά από λίγο γνέφει διστακτικά.

«Έχει αποφασιστεί λοιπόν!» αναφωνεί ο Φάλικ.

«Ποιο … πράγμα;» Σε απόλυτη σύγχυση το παιδί, χαμένο μέσα στα ερωτήματα του, βλέπει πίσω από τον Φαλικ την πανέμορφη Σάτυρο να προετοιμάζεται για επίθεση. Έχει οπλιστεί με μια λόγχη η οποία εμφανίστηκε από το πουθενά και τρέχει προς το μέρος των άλλων δύο. Το αγόρι, βλέποντας την, πέφτει προς τα πίσω προσπαθώντας να αποφύγει την επίθεση αλλά σύντομα συνειδητοποιεί ότι δεν ήταν αυτός ο στόχος.

Η Σάτυρος χτυπάει τον Φάλικ από μπροστά με την συμπαγή ξύλινη πλευρά της λόγχης ενώ αυτός κάνει το ελάχιστο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Γρήγορες, σταθερές επιθέσεις στα πλευρά του και στο πρόσωπο του που σίγουρα θα προκαλούσαν αρκετό πόνο σε οποιονδήποτε άνθρωπο. Πηδάει από πίσω του και με την μεταλλική κοφτερή πλευρά της λόγχης, του ξεσκίζει την αριστερή του κνήμη από την οπλή μέχρι το πίσω μέρος του γονάτου. Ο Φάλικ ουρλιάζει καθώς αίμα τινάζεται από την φρέσκια πληγή και ποτίζει το έδαφος με το πορφυρό του κόκκινο. Το χρώμα δεν παραμένει για πολύ καθώς μετά από λίγο το αίμα εξατμίζεται όπως ακριβώς και η κομμένη ομφάλια λώρος του παιδιού. Η Σάτυρος βάζει την λόγχη στην πλάτη της και με την ίδια κενή έκφραση επιστρέφει πίσω στην αρχική της θέση σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά της και περιμένοντας την επόμενη διαταγή. 

Παράλληλα, ο Φάλικ προσπαθεί να ανασηκωθεί και σκουπίζει το στόμα του ρωτώντας. «Πως … σε λένε αγόρι;»

«Το όνομά μου; … Με λένε … Κλάρενς» του απαντάει φοβισμένος.

«Είσαι άγριος τελικά μικρούλη …» γρυλίζει ο Φάλικ καταφέρνοντας να σηκωθεί.

Σαστισμένος και φοβισμένος ο μικρός δεν καταλαβαίνει τι εννοεί ο Σάτυρος.  ενώνει τις παλάμες του οι οποίες τυλίγονται σε φλόγες. «Η σειρά σου τώρα Κλάρενς.»

Τραβάει τις φλεγόμενες παλάμες του και σιγά σιγά απομακρύνοντας την μία από την άλλη, από μέσα τους εμφανίζεται μια μεγάλη πύρινη αλυσίδα. Η καρδιά του Κλάρενς πάει να σπάσει και χωρίς αρκετό χρόνο να σκεφτεί σηκώνεται και αρχίζει να τρέχει. 

Ο Φάλικ γυρνάει προς την σύντροφο του και της ψέλνει προστακτικά «Πήγαινε.» Εκείνη του νεύει και για ακόμα μια φορά υπακούει στις εντολές του.

Και έτσι ξεκινάει μια μεγάλη καταδίωξη μέσα στα σκοτεινά και επικίνδυνα μονοπάτια του ύπουλου αυτού δάσους. Aν και αδύναμος, το μικρό μέγεθος του Κλάρενς τον βοηθάει να διεκδικήσει την ελευθερία του από την ευκίνητη και ταχύτατη Σάτυρο περνώντας μέσα από στενά περάσματα τα οποία εκείνη πρέπει να παρακάμψει. Το κυνήγι συνεχίζει για αρκετή ώρα έτσι και κάθε φορά που καταφέρνει να τον φτάσει, ο μικρός με τεράστια τύχη καταφέρνει να ξεγλιστρήσει. Κουρασμένη από τα τεχνάσματα του, η Σάτυρος σταματάει να τον ακολουθεί και πηδάει πάνω σε ένα ψηλό δέντρο. Το αγόρι συνεχίζει να τρέχει και όταν κοιτάει πίσω του αυτή την φορά δεν μπορεί να δει την κυνηγό του. Ανακουφισμένος λίγο συνεχίζει να τρέχει και λίγο αργότερα ξανακοιτάει. Για δεύτερη φορά, πουθενά η κυνηγός του. Επιβραδύνει και μετά από λίγο σταματάει. Σκύβει. Βάζει τα χέρια του στα γόνατα του ανακουφισμένος και πιστεύοντας ότι έχει ξεφύγει προσπαθεί να πάρει κάποιες αναγκαίες αργές ανάσες. Έχοντας λίγο χρόνο να συλλογιστεί το τι του έχει συμβεί και τι απίστευτα πράγματα έχει δει, φτάνει με το μυαλό του σε ένα αδιέξοδο καθώς δεν έχει καμία ανάμνηση για το πως έφτασε εδώ και οτιδήποτε άλλο πέρα από το όνομα του είναι θωλό. Κάποια φιλικά πρόσωπα αρχίζουν να αιωρούνται στην σκέψη του Κλάρενς αλλά συντόμως ένας βίαιος ήχος κλαδιών να σπάνε τον επαναφέρουν πάλι στο τώρα. Η Σάτυρος πετάγεται από ψηλά πηδώντας από δέντρο σε δέντρο επιταχύνοντας προς τον Κλάρενς. Εκείνος ξεκινάει να τρέχει πάλι αλλά νιώθει μέσα του τον κίνδυνο να τον παγιδεύει καταλαβαίνοντας ότι αυτή την φορά δεν θα καταφέρει να ξεφύγει. Με τις τρομερές ακροβατικές τις κινήσεις πηδάει και με την λόγχη αρματωμένη είναι έτοιμη επιτέλους να πιάσει την λεία της. Ο Κλάρενς ακούει μέσα στο μυαλό του ξαφνικά μια περίεργη φωνή που σίγουρα δεν έχει ακούσει ποτέ ξανά.

«Μπες.»

 Το δευτερόλεπτο που η λέξη αυτή πέφτει πάνω στο ακουστικό τύμπανο του παιδιού και μεταφράζεται στο μυαλό του, μια μεγάλη σκιώδης πύλη ανοίγει 2 μέτρα μπροστα του κόβοντας αυτήν την πραγματικότητα στα δύο. Εκείνος σαν να μην ελέγχει τον εαυτό του πηδάει και μπαίνει μέσα. Η πύλη κλείνει αμέσως μετά την είσοδο του αγοριού ενώ η Σάτυρος προσγειώνεται με ορμή στο έδαφος έχοντας χάσει το θήραμα της. Φαίνεται ξαφνιασμένη και αιφνιδιασμένη με αυτό που έγινε. Όντας αρκετά σκεπτική κοιτάει γύρω της με την λόγχη της έτοιμη και μετά από λίγο αρχίζει να κινείται προς τα εμπρός συγκεντρωμένη πάλι. 

Αφού πέρασε την πύλη, ο μικρός Κλάρενς για δευτερόλεπτα που έμοιαζαν με λεπτά αιωρούταν μέσα σε έναν ωκεανό από σκιές. Είδε αρκετά ανεξήγητα πράγματα και ίσως πλάσματα μέσα στο σκοτάδι. Αυτό που χαράκτηκε στο μυαλό του όμως ήταν ένας τεράστιος πίνακας του οποίου πρωταγωνιστές ήταν εκείνα τα φιλικά πρόσωπα που είχε αρχίσει να θυμάται νωρίτερα. Μια γυναίκα και ένας άντρας όλο χαρά. Λίγο πιο χαμηλά τα χέρια τους πέφτουν πάνω στους ώμους του ίδιου, ο οποίος βρίσκεται σε μια πολύ πιο ευνοϊκή κατάσταση. Με τα μαλλιά του, το χαμόγελο του και ένα παιχνίδι στην αγκαλιά του. Το ευχάριστο κλίμα της εικόνας όμως αρχίζει να χαλάει καθώς οι δύο άνθρωποι χάνουν το χαμογελό τους και απομακρύνουν τα χέρια τους από τον Κλάρενς, δείχνοντας αποστροφή. Ένα μαύρο σύμβολο εμφανίζεται στο μέτωπο του παιδιού και μαύρες φλέβες ξεκινάνε από τους κροτάφους του ρέοντας προς τα κάτω.Το παιχνίδι πέφτει από τα χέρια του και οι λαιμοί των δύο ενηλίκων ανοίγουν κάθετα, λούζοντας τον Κλάρενς της εικόνας με το αίμα τους και μεταμορφώνοντας τον σε έναν κόκκινο δαίμονα. Ο Κλάρενς εκλιπαρεί να σταματήσει η φρίκη και κλείνοντας τα μάτια τρέχει να περάσει μέσα από τον πίνακα ταλαντεύοντας τα χέρια του μπροστά. Περνώντας από μέσα γλιστράει και πέφτει κάτω. Όταν σηκώνεται ανακαλύπτει ότι το σκοτάδι έχει τελειώσει και ο ίδιος επέστρεψε στον απαίσιο κόσμο των κυνηγών του. Ίσως να έχει φτάσει στα περίχωρα του δάσους, σκέφτεται, μιας και το μέρος φαίνεται λίγο διαφορετικό. Η βλάστηση είναι αραιότερη και οι κορμοί των δέντρων πιο ισχνοί. Είναι εξουθενωμένος. Ελπίζει ότι η σκοτεινή παράκαμψη να απομάκρυνε αρκετά από τους κυνηγούς του αλλά καταλαβαίνει ότι ακόμα δεν έχει ξεφύγει από τον κίνδυνο. Με όση δύναμη του έχει μείνει συνεχίζει να απομακρύνεται.

Δεν περνάει πολύ ώρα και μια έντονη κραυγή ταξιδεύει μέσα από το δάσος έως τον Κλάρενς και σίγουρα εκατοντάδες μέτρα μπροστά του. «ΦΟΫΡΙΣ» η τερατώδης φωνή του Φάλικ ταξιδεύει και από πίσω της κορμοί δέντρων πέφτουν στο πέρασμα ενός εκρηκτικού κύματος με στόχο το αγόρι. Μέσα από τις σκιές του δάσους αποκαλύπτεται πύρινο φως το οποίο πέφτει πάνω στον Κλαρενς γραπώνοντας τον από τον λαιμό και στην συνέχεια τυλίγεται γύρω από το σώμα του. Η δαιμονική αλυσίδα του Φάλικ έχει αρπάξει το αγόρι. Η πύρινη επιφάνεια της καίει την σάρκα του και εκείνος ουρλιάζει από τον πόνο και την πίεση η οποία γίνεται όλο και πιο έντονη. Το μάκρος και το μέγεθος της αλυσίδας μεταβάλλεται ανώμαλα ενώ ο αφέντης της φαίνεται να φτάνει όλο και πιο κοντά. Φλόγες κοσμούν την είσοδο του Φάλικ και ένα χαμόγελο στα σατανικά του χείλη σχηματίζεται, καθώς βρίσκεται για ακόμα μια φορά πολύ κοντά σε αυτό που ποθεί. Στο πλάι του, λίγο πιο πίσω η σύντροφός του ανέκφραστη.

Ενώ το παιδί κραυγάζει από τον πόνο, ο Φάλικ πλησιάζει σιγά σιγά. Ελευθερώνει λίγο το σφίξιμο της αλυσίδας του και με αρκετή αυτοπεποίθηση τραβάει την λεία του μπροστά του.

 «Πρέπει να σε παραδεχτώ μικρέ Κλάρενς. Προσπάθησα να δω την κατάσταση από τα μικρά σου μάτια. Στην θέση σου εγώ μάλλον θα σερνόμουν κάτω σαν δειλός περιμένοντας τον εφιάλτη να τελειώσει.»

Χτυπάει τα δάχτυλα του μεταξύ τους μπροστά στο αγόρι και του χαμογελάει επιδεικνύοντας το μαγικό του όπλο.

«Δαιμονικά πλάσματα να με κυνηγάνε με υπερφυσικές δυνάμεις, θα τσίμπαγα τον εαυτό μου γεμίζοντας πληγές εκλιπαρόντας να επιστρέψω στην πραγματικότητα.»

Σκύβοντας, κατεβάζει το πρόσωπο του μπροστά στο παιδί και γουρλώνει τα μεγάλα του μάτια.

«Όμως εσύ. Εσύ … εσύ έχεις την καρδιά και την ψυχή να αντισταθείς. Εντυπωσιακό!»

Τον πιάνει από το αυτί και αρχίζει να του το τσιμπάει. Η συνείδηση του Κλάρενς παραμένει εδω. 

«Δυστυχώς δεν βρισκόμαστε σε κανέναν εφιάλτη. Αυτή είναι η πραγματικότητα.»

Ο Κλάρενς με δάκρυα στα μάτια αρχίζει να ουρλιάζει για βοήθεια και αμέσως το θηλυκό πλάσμα τον αρπάζει από το στόμα του μπλοκάροντας τις κραυγές του με το χέρι της. Την δαγκώνει αμυνόμενος και στη συνέχεια προσπαθεί να ξεφύγει από την αλυσίδα. Καταφέρνει να απελευθερώσει το δεξί του χέρι και αρχίζει να την χτυπά. Την τρίτη φορά που σηκώνει το χέρι του για να χτυπήσει, ο Φάλικ όπως προηγουμένως , κατεβάζει απότομα τα νύχια του και κόβει τη δεξιά παλάμη του Κλάρενς στην μέση.

Το κομμένο μισό πέφτει στο έδαφος στρίβοντας και σέρνοντας σπαστικά. Οι διαχωρισμένοι τένοντες των δακτύλων του ξεσπάνε και η σάρκα γύρω τους σιγά σιγά μετατρέπεται σε τέφρα. Συγκλονισμένος ουρλιάζει από τον πόνο και αντικρίζει το σακατεμένο χέρι του. Ένας αντίχειρας του απομένει μονάχα ενώ το αίμα που χύνεται από τις βίαιες οπές βράζει καυτηριάζοντας και κλείνοντας αλλόκοτα τα τραύματα. 

«Λυπάμαι …» αναφωνεί η θηλυκιά Σάτυρος ενώ σηκώνεται και κινείται γύρω από το παιδί. Ο Φάλικ αν και ενοχλημένος από αυτό που ακούει, το αγνοεί και ψέλνει «ΧΆΙΠΟΥΣ!». Άλλο ένα απόκρυφο ξόρκι και το πρόσωπο του Κλάρενς παγώνει απότομα. Τέρμα οι φωνές, τέρμα το κλαμα. Ο κόσμος για εκείνον αρχίζει να γυρίζει ανάποδα και χάνει τον έλεγχο του σώματός του σταματώντας τον ανυπόφορο πόνο του. Ο Φάλικ αφαιρεί την αλυσίδα από τον λαιμό του παιδιού και εκείνη απορροφάται πάλι πίσω στις παλάμες του. 

Το σώμα του Κλάρενς πέφτει στο πάτωμα με το κεφάλι του στραμμένο προς τον ουρανό. Για πρώτη φορά θα τον κοιτάξει από την στιγμή που ξύπνησε πάλι. Δεν είναι αυτός που θυμάται. Αντί για το απέραντο γαλάζιο, αντικρίζει ένα βαθύ μπρούτζινο χρώμα. Έναν ουρανό θολό, χωρίς σύννεφα και χωρίς καμία σαφή πηγή φωτός. Παρόλο που μπορεί ακόμα να χρησιμοποιήσει τα μάτια του και την ακοή του, δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο. Παραμένει μονάχα ένας απλός παρατηρητής. Ο ευκολότερος τρόπος να το περιγράψει κανείς είναι σαν να κάθεται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με τα μάτια καρφωμένα σε μια μεγάλη οθόνη. Με τα μάτια καρφωμένα στα φρικτά πράγματα που ετοιμάζουν να κάνουν στο κορμί του.

Πανικοβάλλεται και για ένα δευτερόλεπτο ο μπρούτζινος ουρανός μετατρέπεται σε λευκό ταβάνι αποστειρωμένου δωματίου νοσοκομείου. Οι δύο Σάτυροι που τον κοιτάνε, σε ανέκφραστους χειρούργους πίσω από μάσκες να τον παρακολουθούν σαν πειραματόζωο. Ίσως μια φευγαλέα ανάμνηση από το παρελθόν, ένας άλλος διαφορετικός εφιάλτης από τον οποίο φαίνεται τότε να ξέφυγε. Για ακόμα μια φορά παγιδευμένος υπό την επήρεια αναισθησίας, ο μικρός Κλάρενς Γουότερς ανακαλύπτει ότι η ζωή δεν του ταιριάζει. Σαν αστέρι που λάμπει στο κατάμαυρο της νύχτας, λόγια αγάπης και ένα φιλί στο μέτωπο ξεθάβονται από το χάος των αναμνήσεων του και φωτίζουν το σκότος που περικυκλώνει την καρδιά του. 

«Σήμερα δεν σου ταιριάζει. Αύριο είναι μια νέα μέρα. Πήγαινε για ύπνο Κλάνσι. Σ’αγαπώ.»


Leave a comment