Horror, Mystery & Fantasy by P.S. Gianniotis

Ο άντρας με το καπέλο

«Είναι απλά ένας άνδρας.»

«Την βρήκαμε στο χωριό και την φέραμε εδώ.»

«Άσ’ την εκεί που είναι! Γιατί είσαι τόσο περίεργος;»

Αυτές ήταν οι αντιδράσεις της οικογένειας μου όταν ρωτούσα για την φωτογραφία του άγνωστου άντρα με το μαύρο καπέλο στα χέρι. Ναι, υπήρξα περίεργος γιατί ήμουν παιδί, μέχρι που η αρρώστια πήρε την μάνα και ξεκίνησαν τα μαθήματα περί σοβαρότητας και δυσκολίας της ζωής από το χείλη του πατέρα. Αλλάξαμε πόλη και η ζωή συνέβη.

Δεν ξανασκέφτηκα τον άγνωστο άντρα για πολλά χρόνια μέχρι που ο ίδιος άνθρωπος που τον έθαψε στην μνήμη μου, τον επανέφερε στο μυαλό μου. 64 ετών στο νεκροκρέβατο ο πατέρας επέλεξε για τελευταία του λόγια τα εξής. «Η φωτογραφία στο σπίτι της γιαγιάς. Την έχω στο συρτάρι του κομοδίνου μου. Είναι δικιά σου τώρα.»

Δεν καταλήξαμε να έχουμε τις καλύτερες σχέσεις και ίσως να μην με ένοιαζαν οι παρακαταθήκες του, αλλά η περιέργεια και οι αναμνήσεις του παιδιού μέσα μου ξύπνησαν και πάλι. Χωρίς ζωντανές πηγές πληροφοριών να απομένουν και αποτυγχάνοντας να βρω από μόνος μου την καταγωγή ή την σημασία της φωτογραφίας, σύντομα τα παράτησα. Η ζωή συνέβη για ακόμη μια φορά. Παντρεύτηκα, έγινα πατέρας, άνοιξα δικιά μου επιχείρηση και μέσα στις χαρές και τις λύπες το παιδικό μυστήριο ξεχάστηκε.

Που και που το πληγωμένο μου υποσυνείδητο την έφερνε στις σκέψεις μου αλλά πίστευα ότι την είχα χάσει. Ευτυχώς, είχε ξεχαστεί σε ένα μικρό χάρτινο κουτί μετακόμισης κάπου στο πορτμπαγκάζ. Την είδα ξανά την ζεστότερη μέρα του καλοκαιριού μπροστά στο σπασμένο παρμπρίζ ξυπνώντας αναποδογυρισμένος μέσα στον εφιάλτη μιας βίαιης σύγκρουσης. Γευόμουν το αίμα που έτρεχε από το πιγούνι μου και τα ρουθούνια μου είχαν γεμίσει από καπνό και καμένη βενζίνη. Προσπάθησα να ανοίξω την πόρτα του οδηγού αλλά είτε είχε διαλυθεί ο μηχανισμός είτε, μάλλον πιο πιθανόν, να μην είχα αρκετή δύναμη να τα καταφέρω. Ο ήλιος έκαιγε τον ώμο μου, οι αναθυμιάσεις τα σωθικά μου. Σκέφτηκα τον πατέρα μου στο νεκροκρέβατο και τέντωσα το χέρι μου να αγγίξω την φωτογραφία. Μόλις τα ματωμένα δάχτυλα μου γλίστρησαν πάνω στην στραπατσαρισμένη εικόνα, άρχισα να ακούω βήματα από έξω. Η πόρτα συντόμως άνοιξε και δύο παγωμένα χέρια με τράβηξαν μέσα από το αναποδογυρισμένο αμάξι. Με έσυρε μακριά στην άκρη του δρόμου και τότε μπόρεσα να τον δω καθαρά. Ο άντρας από την φωτογραφία, το ίδιο ξέθωρος και αταίριαστος με την παλέτα της πραγματικότητας, και με τα ίδια φαρδιά ενδύματα από μια παλαιότερη εποχή. Έβγαλε το μαύρο καπέλο του, το κράτησε στο χέρι και με ένα ελαφρό μειδίαμα μου ψέλλισε «Βάλε με κοντά σε παράθυρο αν μπορείς. Μου αρέσει να κοιτάζω τα σύννεφα.»


Leave a comment