Horror, Mystery & Fantasy by P.S. Gianniotis

A Pact of Souls – Κεφάλαιο 2: Μάχη για την αγνότητα

Ο μικρός Κλάρενς προσπάθησε να κοιμηθεί αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Υπάρχουν πολλά πράγματα σε αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο που δεν ξέρει και σίγουρα ένα από τα αυτά είναι η ύπαρξη και η ανάγκη του ύπνου. Ο αισχρός Φάλικ στέκεται πάνω από το ακίνητο σώμα του με σάλια να τρέχουν στα τριχωτά σαγόνια του. Σκύβει και με τα τρομερά του νύχια αρχίζει να σκαλίζει το στήθος του παιδιού. Η σύντροφος του από πάνω προσπαθεί να κρύψει τα συναισθήματα της αλλά το βλέμμα της την προδίδει. Άγχος, φόβος, θλίψη για το αγόρι αλλά και μίσος προς τον αφέντη της. Ευτυχώς για εκείνη ο Φάλικ έχει άλλες ασχολίες.

Μέσα σε όλο αυτό, τουλάχιστον ο Κλάρενς δεν νιώθει τον πόνο, δεν αισθάνεται τίποτα. Βλέπει το αίμα του να πετάγεται στο πρόσωπο του και τα χέρια του Φάλικ να τινάζονται προς τα πάνω ένα προς ένα. Το κόκκινο τον τυφλώνει, ξεθωριάζει και ξανά και πάλι τον τυφλώνει. O εφιάλτης δεν λέει να σταματήσει και η παραφροσύνη των γεγονότων τον ναρκώνει αλλόκοτα, ενώ παρατηρεί στα όρια της θολούρας του μπρούτζινου ουρανό, ένα φρικτό σμήνος από μαύρα ανεκδιήγητα πτηνά να μάχονται αναμεταξύ τους αδιαφορώντας για εκείνον και τους δικούς του επιδρομείς.

Ένα λεπτό αργότερα, μετά από χειρουργικές κινήσεις ο Φάλικ πετάγεται προς τα πίσω καθώς ένα εκθαμβωτικό λευκό φως αποκαλύπτεται μέσα από το στέρνο του Κλάρενς αφήνωντας τους Σάτυρους έκπληκτους. 

«Το ήξερα ότι θα κρύβει κάτι θαυμάσιο μέσα του αλλά άλλο να το σκέφτεσαι και άλλο να το βλέπεις μπροστά σου!» ψελλίζει εμβρόντητος ενώ η θηλυκή Σάτυρος κοιτάει σαστισμένη. Για πρώτη φορά, τα δύο αυτά αλλόκοτα πλάσματα, δούλος και αφέντης, μοιράζονται το ίδιο συναίσθημα, τις ίδιες σκέψεις. Για πρώτη φορά, φαίνονται να είναι ίσοι μπροστά στο μεγαλείο της αγνότητας. Η καθαρότητα της ψυχής του Κλάρενς πάλλεται στην μορφή μιας λευκής ακτινοβολούσας καρδιάς και με κάθε χτύπημα της απαιτεί τα πάντα να εμβυθιστούν στο φως της. Ο Κλάρενς βλέπει αυτό το φως να πάλλεται από μέσα του και αντικρίζει τις αντιδράσεις των πλασμάτων αλλά δεν μπορεί να κατανοήσει τι συμβαίνει. Παρ’όλα αυτά, η αθωότητα της σκέψης του και η αγνότητα της καρδιάς του γεμίζει την ψυχή του με δύναμη, ελπίδα και φως που αντανακλάται στα μάτια των ξαφνιασμένων εχθρών του.

Ο Φάλικ φαίνεται σιγά σιγά να κατανοεί τι συμβαίνει. Τουλάχιστον στην δική του ληστρική και φαύλα γλώσσα. Στο μυαλό του αυτή την στιγμή τρέχει μια ανάμνηση από ένα παραμύθι. Ένα παραμύθι από όταν ήταν άνθρωπος. Ένα παραμύθι για πειρατές και χάρτες θησαυρών κρυμμένους μέσα σε γυάλινα μπουκάλια. Ένα τέτοιο γυάλινο μπουκάλι έφτασε στην ακτή του και εκείνος το άρπαξε, ακολούθησε τις οδηγίες του χάρτη και τώρα βρίσκεται πάνω από αυτό το μεγάλο κόκκινο Χ. Έχει σκάψει και έχει βρει το χαμένο σεντούκι. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να το ανοίξει. Να το ανοίξει και μετά ο θησαυρός είναι δικός του.

Η θηλυκή Σάτυρος συνεχίζοντας να είναι σαστισμένη, βλέπει τον φιλόδοξο αφέντη της να κινείται πάλι προς το παιδί αβέβαιη για το τι θα συμβεί μετά. Μια απρόσμενη βραχνή φωνή θα τα διακόψει όλα.

«Απομακρυνθείτε από το αγόρι.»

Δευτερόλεπτα αφού η νέα αυτή, πιθανώς αρσενική, παρουσία αποκαλύπτεται με την φωνή της, οι παλάμες του Φάλικ έχουν ξεκινήσει να φλέγονται και η σύντροφος του έχει οπλιστεί με την λόγχη της. Το φως της καρδιάς του Κλάρενς χάνεται καθώς η σχισμένη σάρκα του αρχίζει να δένει και να απορροφά το παλλώμενο του μεγαλείο πίσω στο στέρνο του. Τρόμος και μίσος έχουν γεμίσει τα μάτια του αισχρού Σάτυρου αναζητώντας την πηγή της φωνής. Διερευνεί γρήγορα όλα τα δέντρα γύρω του χωρίς αποτέλεσμα. Πιέζει τις οπλές του στο χώμα ψάχνοντας την τέλεια ισορροπία για μια απαραίτητη αντεπίθεση και απαντάει προκλητικά.

«Αλλιώς τι θα γίνει μυστηριώδη ξένε;»

Εάν κάποιος μπορούσε να δει την αντίδραση του Κλάρενς ακούγοντας την απρόσμενη φωνή, θα έβλεπε τα γουρλωμένα μάτια του να κάνουν την σύνδεση στην σκέψη του. Την έχει ξανά ακούσει αυτή την φωνή. Την έχει ξανακούσει πρόσφατα με μία λέξη. «Μπές» του είπε ενώ εμφανίστηκε μπροστά του μια σκοτεινή πύλη από το πουθενά. Τον έσωσε νωρίτερα και ίσως τον σώσει ξανά από αυτά τα σιχαμένα πλάσματα.

Ο Φάλικ και η σύντροφος του αγωνιούν αλλά η φωνή δεν απαντάει.

«Ποιό είναι το σχέδιο σου ξένε; Να μας σταματήσεις με τα λόγια;» εξακολουθεί την πρόκληση ο Φάλικ και στην συνέχεια φωνάζει. «Αποκαλύψου επιτέλους!»

Οι προκλήσεις του Σάτυρου θα πιάσουν τόπο καθώς σύντομα ακούγεται ένα σύρσιμο, πίσω στα αριστερά του, από έναν μεγάλο κορμό. Κλαδιά τεντώνονται και σπάνε, και αρκετά φύλλα γλιστράνε και αρχίζουν να αιωρούνται. Μαζί τους προσγειώνεται και μια αθέατη οντότητα κάνοντας θόρυβο και αναστατώνοντας το φύλλωμα του εδάφους. Οι Σάτυροι ήδη έχουν γυρίσει στην πλευρά του με τα όπλα τους έτοιμα να αμυνθούν αλλά και να αντεπιτεθούν. Περίπου δέκα μέτρα μπροστά τους, κομμάτια αυτή της οντότητας θα αρχίσουν να περνάνε μέσα από το αόρατο πέπλο που την συγκαλύπτει. 

«Ακόμα πατάμε στον Κήπο των Σαλιάγκων και η ύπαρξη σας βεβηλώνει αυτό το αρχαίο και απαγορευμένο για εσάς μέρος. Μέχρι εκεί έφτασε ο λόρδος Σίνουθ για να ικανοποιήσει την λαιμαργία του;» ένα ζευγάρι από σάπια γκρι χείλη αιωρούνται ανοιγοκλείνοντας στο ύψος των ματιών του Φάλικ καθώς σιγά σιγά σχηματίζεται το πρόσωπο του μυστηριώδη εμφανώς ηλικιωμένου ξένου που μιλάει. 

Άρρωστα μάτια με κίτρινες τριγωνικές κόρες, ισχνό και ωχρό δέρμα, πολύ αραιές σκούρες γκρι τούφες από μαλλί και μια παχιά μακριά μάζα από σάρκα να προεξέχει από το αριστερό του μάγουλο η οποία σαν πλοκάμι-κασκόλ τυλίγεται γύρω από τον στενόμακρο και αδύνατο λαιμό του. Το σώμα του σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, σχεδόν τελείως σκελετωμένο, φαίνεται μέσα από έναν σκισμένο μαύρο χιτώνα που με τα κουρέλια του τυλίγει τις εκτεθειμένες του πληγές από κάποια βίαιη μάχη. Ο αριστερός του ώμος λείπει ολόκληρος μαζί με το άκρο, βάρβαρα δαγκωμένος από κάποιο λυσσασμένο τέρας με τεράστια σαγόνια. Τα πόδια του σαν να τρέμουν και τα λεπτά τους κόκκαλα φαίνονται έτοιμα να σπάσουν με το παραμικρό.

Ο Φάλικ βλέποντας την εικόνα του αντιπάλου του σκάει στα γέλια και οι φλόγες στις παλάμες του ξεφουσκώνουν. Η θηλυκιά φαίνεται πλέον να ανησυχεί παραπάνω και παραμένει σε επιφυλακή σφίγγοντας την λόγχη της, πιθανώς πιστεύοντας ότι ο μυστηριώδης ξένος μπορεί να μην είναι μόνος του.

«Το αγόρι ξύπνησε πρόωρα και μάλλον αυτό έχει να κάνει με εσάς τους δύο. Ανήκει στον Κήπο. Αφήστε τον ήσυχο και εξαφανιστείτε.»

«Για εμάς ο κήπος είναι απαγορευμένος, αλήθεια είναι. Για σένα, όχι;»

«Δεν βρίσκομαι εδώ για να πάρω από τον Κήπο, αλλά για να δώσω όπως μπορείς να δεις.» απαντά ο ξένος στον Φάλικ επιδεικνύοντας τις πληγές του.

«Χεχε … Μπορούμε να το δούμε πολύ καθαρά και οι δύο μας αυτό. Σου προτείνω λοιπόν να επιστρέψεις στον ταπεινό σου σκοπό και να μας αφήσεις εμάς να συνεχίσουμε τις ακολασίες μας.»

«Υπάρχουν αξίες, νόμοι και κανονισμοί ακόμα και σε αυτό το οικτρό μέρος Μπιουλζάο. Δεν θα τα παραβώ και ούτε θα αφήσω εσένα να το κάνεις. Ακόμα και στο τέλος αυτού του δρόμου μου.»

«Μπα; Και τι θα κάνεις ακριβώς;»

Εκεί που ο μυστηριώδης ξένος θα ανοίξει το στόμα του για να απαντήσει, από τα μάτια του Φάλικ θα βγουν καπνοί και τα σαγόνια του θα τιναχτούν καθώς από μέσα τους θα εκτοξευθεί ένας πύρινος βράχος εναντίον του. Ο βράχος εκρηγνυεται πέφτοντας πάνω στο σώμα του ξένου και φλόγες καταπίνουν τα πάντα γύρω του. Ταυτόχρονα η θηλυκή Σάτυρος πηδάει μέσα στις φλόγες και με την λόγχη της αρχίζει να επιτίθεται μέσα στο πορφυρό σύννεφο. Η λεπίδα του όπλου της σκίζει τους καπνούς στην μέση με κάθε κίνηση της, και παρόλη την προσπάθεια του ξένου να την αποφύγει σε σύντομο χρόνο οι επιθέσεις τις αρχίζουν να βρίσκουν στόχο και να καρφώνονται πάνω στο σάπιο σώμα του. Οι καπνοί σιγά σιγά θα εξαφανιστούν και ο ξένος θα πέσει κάτω από τις ασταμάτητες επιθέσεις.

Ο Φάλικ θα αρχίσει να γελάει ενώ η θηλυκιά πατάει με δύναμη πάνω στα γόνατα του ξένου, θρυμματίζοντας τα με τις οπλές τις και στην συνέχεια αφαιρώντας ένα ένα όσα άκρα του απομένουν κόβοντας τα με την κοφτερή της λόγχη. Εκείνος φωνάζει με ότι φωνή του έχει μείνει, βήχει και φτύνει κίτρινο υγρό, το ίδιο που ρέει από τα κομμένα του άκρα, βάφοντας προσωρινά το χώμα γύρω του με την αρρώστια του. Για λίγα δευτερόλεπτα η Σάτυρος κοιτάει ότι έχει μείνει από τον αξιολύπητο εχθρό της και σηκώνει το όπλο της με σκοπό να τον αποκεφαλίσει. Λίγο πριν διεισδύσει την λεπίδα της στον λαιμό του, η τυλιγμένη σάρκα γύρω από αυτόν θα ανοίξει και σαν την σουπιά που φτύνει το μελάνι της στα αρπακτικά της θάλασσας πριν την γραπώσουν, έτσι και ο ξένος από μέσα του θα φτύσει ένα ακάθιστο ζωντανό σκοτάδι από σκιά, σαν μελάνι στο νερό, και θα πνίξει την Σάτυρο.

Οι σκιές εισβάλλουν μέσα στο σώμα της από οποιαδήποτε δίοδο βρίσκουν και η λόγχη αφήνεται από τα χέρια της. Εκείνη πέφτει κάτω σε σπασμούς ενώ το σκοτάδι του ξένου μέσα της κυριεύει το σώμα και την σκέψη της. Ο Φάλικ βλέποντας την δύναμη αυτή του ξένου τρομάζει αλλά ο τρόμος του δεν τον εμποδίζει από το να πράξει. Τεντώνει της παλάμες του και απο τις φλόγες της σάρκας του εμφανίζεται η πύρινη του αλυσίδα.

«ΦΟΥΡΙΣ!» φωνάζει για δεύτερη φορά και οι αλυσίδες του εκσφενδονίζονται πάνω στο σώμα του εχθρού που φαίνεται να έχει σηκωθεί και να αιωρείται πάνω από το έδαφος. Οι αλυσίδες θα τυλιχτούν πάνω στο σακατεμένο θώρακα του καίγοντας και σφίγγοντας την γερασμένη σάρκα του. Ο ξένος θα ψιθυρίσει με δυσκολία κάποιες άθλιες λέξεις και το σκοτάδι θα αποσυρθεί από την θηλυκή Σάτυρο που παλεύει να επιβιώσει στο έδαφος. Θα επιστρέψει προς εκείνον πέφτοντας πάνω στο σώμα του και σιγά σιγά θα χτίσει μια ολόσωμη πανοπλία από σκότος αναζωογονόντας τα άκρα του αλλά και την ζωτικότητα του. Το πρόσωπο του μετατρέπεται σιγά σιγά σε νεανικό, τα μαλλιά του γίνονται σκούρα και πυκνά κάτω από ένα χρυσό Ψχεντ, το δέρμα του υγιές κάτω από δερμάτινα ζωνάρια και το σώμα του γερό σαν ατσάλι. Δεν σταματάει όμως εκεί. Χωρίς καθυστέρηση, το σκοτάδι επεκτείνεται γύρω από τις αλυσίδες του Φάλικ παλεύοντας με τις φλόγες του. Ο Σατυρος προσπαθεί να αντισταθεί τραβώντας τα πύρινα του όπλα προς τα πίσω. Όμως δεν τα καταφέρνει και το σκοτάδι τον φτάνει παγώνοντας το μέταλλο και εισβάλλωντας μέσα στις φλεγόμενες πύλες των παλαμών του. 

Η αισθήσεις της θηλυκής Σάτυρου επανέρχονται και βλέπει τον αφέντη της να βασανίζεται καθώς το σκοτάδι του ξένου προσπαθεί να ξεσκίσει τις αλυσίδες μέσα από τα χέρια του. Προσπαθεί να σηκωθεί γρήγορα για να τον βοηθήσει αλλά οι παλάμες του Φάλικ κόβονται στην μέση ενώ οι αλυσίδες αποχωρίζονται βίαι από εκείνες και πέφτουν στο πάτωμα. Ο Φάλικ γονατίζει από τον πόνο αλλά ο μυστηριώδης ξένος δεν σταματάει εκεί. Το σκοτάδι του αρπάζει τις αλυσίδες και τις τυλίγει γύρω από τα κέρατα στους κροτάφους του Φάλικ. Η μία αλυσίδα τραβάει από την μία και η άλλη από την άλλη, προσπαθώντας να διαχωρίσει το κεφάλι του Σάτυρου κάθετα. 

«Κκκκκλλλ κγκρρρ» πύρινο φως βγαίνει μέσα από το κρανίο του Φάλικ που έχει ραγίσει από την πίεση των κάποτε δικών του μοχθηρών όπλων. 

«Αρκετά!» ακούγεται από την πλευρά που ήταν ξαπλωμένος προηγουμένως ο μικρός Κλάρενς. Πλέον οι αισθήσεις του έχουν επανέλθει και παρακολουθεί όρθιος αυτή την φρικτή μάχη. Ο χιτώνας του έχει γίνει κομμάτια και γυμνός φωνάζει με το στήθος του να έχει ορατώς υπερφυσικά επουλωθεί από τις κοπές του αισχρού και πλέον ανήμπορου Φάλικ. 

Ο ξένος αδιαφορεί και συνεχίσει στην προσπάθεια του να διαλύσει το κρανίο του Σάτυρου..

Η θηλυκιά μέσα στον πανικό παρατηρεί την οπή στον λαιμό του ξένου από την οποία καλέστηκε το ξόρκι του. Κυλίεται στο έδαφος ταχύτατα και αρπάζει την πεσμένη λόγχη της. Σηκώνεται, την εκσφενδονίζει και με φοβερή ακρίβεια την καρφώνει στον απεχθή κόλπο που γέννησε το ύπουλο σκοτάδι. Ο ξένος ταράσσεται και κάνοντας λίγα βήματα προς τα πίσω, αφαιρεί την λόγχη με τα χέρια του. Απέναντι του, οι αλυσίδες πέφτουν στο έδαφος ελευθερώνοντας τον Φάλικ και το σκοτάδι σιγά σιγά απορροφάται μέσα στον λάρυγγα του ξένου. Η θηλυκή Σάτυρος τρέχει προς τον Φάλικ, τον σηκώνει και αρπάζοντας τον τρέχουν να ξεφύγουν μέσα στο δάσος, πίσω στον απαγορευμένο Κήπο των Σαλιάγκων. 

 Ο ξένος δεν μπορεί να κάνει κάτι για να σταματήσει τους Σάτυρους όσο και να το θέλει. Η αλλόκοτη μακριά απόφυση έχει τυλιχτεί σφιχτά πάλι στον λαιμό του καλύπτοντας την φρικτή πηγή της ισχύς του. Η πανοπλία και η ζωτικότητα του έχουν εξαφανιστεί και το σώμα του βρίσκεται πάλι στην αρχική άθλια κατάστασή του. Ωστόσο, τα τρία κομμένα του άκρα από την λόγχη της Σάτυρου έχουν επανέλθει, σχεδόν άχρηστα θα έλεγε κάποιος με αυτή την βδελυρή φόρμα. Ρίχνει μια ματιά στο σοκαρισμένο αγόρι και τον καλωσορίζει ενώ χαϊδεύει με ευλάβεια τον σβέρκο του.

«Καλωσήρθες στην Κόλαση, Κλάρενς …»


Leave a comment