Horror, Mystery & Fantasy by P.S. Gianniotis

Το Ψεύτικο Παράθυρο

Η αδερφή μου πάντα με κορόιδευε γιατί μικρός πίστευα ότι το παράθυρο στην τραπεζαρία της θείας μου ήταν αληθινό. Το σπίτι των θείων μου ήταν δύο ορόφους πάνω από το δικό μας στην ίδια πολυκατοικία. Πιο παλιά τρώγαμε συχνά όλοι μαζί εκεί ενώ αρκετές φορές ανεβαίναμε για να παίξουμε με τις μεγαλύτερες ξαδέρφες μας. Εάν πας τώρα εκεί, θα το βρεις ολόιδιο με τότε, Μέσα σε μια στενή σαλονοκουζίνα, στον μικρό λευκό τοίχο απέναντι από την μπαλκονόπορτα υπάρχει ένας μεγάλο πίνακας με κορμούς δέντρων σε φωτεινό φόντο καταπράσινου δάσους. Το κάδρο του χοντρό και ξύλινο το οποίο επεκτείνονταν με μία οριζόντια και μία κάθετη ένωση στο κέντρο του πίνακα χωρίζοντας τον σε μικρότερα τμήματα, σαν καΐτια σε κουφώματα, μεταμφιέζοντας το με λίγη φαντασία σε ένα μαγικό παράθυρο στη φύση.

Πραγματικά πίστευα μέχρι μια ηλικία ότι ήταν αληθινό παράθυρο και πίσω του, μέσα από τα τούβλα και το τσιμέντο του τοίχου, βρισκόταν ένα πραγματικό δάσος. Όμως δεν άλλαξα γνώμη ούτε επειδή με κοροίδευε η αδερφή μου και οι ξαδέρφες μου, ούτε επειδή μεγάλωσα και ξαφνικά το ορθό ισοπέδωσε το φανταστικό. Δεν θυμάμαι πότε έγινε ακριβώς, και δεν το έχω πει σε κανέναν, αλλά άλλαξα γνώμη γιατί ένα βράδυ που περάσαμε σε εκείνο το σπίτι είδα με τα ίδια μου τα μάτια πόσο λάθος είναι το ορθό και πόσο αθώο εντέλλει το φανταστικό.

Θυμάμαι ότι εκείνη την ημέρα οι γονείς και οι θείοι μας είχαν βγει έξω και μας πρόσεχαν οι δύο μεγαλύτερες ξαδέρφες μου. Προς το τέλος της βραδιάς είχαμε στρωθεί όλοι μαζί στο πάτωμα της σαλονοκουζίνας και παίζαμε ένα επιτραπέζιο, συγκεκριμένα το ‘Παιχνίδι της Ζωής’. Όλο εκείνο το βράδυ ένιωθα άσχημα αλλά δεν έκανε εντύπωση σε κανέναν. Μέχρι και εκείνη την ημέρα, καθόλου τυχαίως, ένιωθα φόβο και το στομάχι μου ανακατευόταν όταν ήμουν μακριά από την μητέρα μου, κάτι που σήμερα, ή τουλάχιστον εγώ γνωρίζω σήμερα ότι, ονομάζουν άγχος αποχωρισμού. Γνωρίζοντας το αυτό τα κορίτσια είχαν δικαιολογήσει την ενόχληση μου και προσπαθούσαν να με ηρεμήσουν με τους λανθασμένους τρόπους τους. Ενώ παίζαμε, καθόμουν απέναντι από τον μικρό τοίχο με καρφωμένο το βλέμμα στο ψεύτικο παράθυρο υπό την υπόσχεση τους, με ίχνη χλευασμού, ότι κάποια στιγμή κάποιο ζώο ή κάποιο ιπτάμενο θα περάσει να μας χαιρετήσει. Έτσι λοιπόν και εγώ, κουφός όσον αφορά τον χλευασμό, είχα βάλει σκοπό να το προσέχω γιατί έτσι θα αποκτούσα αποδείξεις για αυτό που πίστευα και ίσως να σταματούσαν να με κοροιδεύουν.

Η ώρα περνούσε, όλοι είχαμε αποκτήσει οικογένεια και παιδιά στα πιόνια μας, και κανένα ζωντανό δεν είχε περάσει από το κάδρο. Είχαμε αρχίσει όλοι να νυστάζουμε ή τουλάχιστον εγώ θυμάμαι ότι νύσταζα. Θεωρούσα ότι και οι κοπέλες είχαν νυστάξει γιατί κατα την διάρκεια ενός καινούριου γύρου, κάπως αλλόκοτα από το πουθενά έγυραν το κεφάλι τους και ξάπλωσαν ήρεμα στην μοκέτα σχεδόν θεατρικά. Μου φάνηκε αρκετά περίεργο αυτό αλλά ακριβώς εκείνη την στιγμή ένα κιτρινοπράσινο φως άρχισε να κινείται πίσω από το κάδρο του πίνακα. Θυμάμαι να ακούω τους χτύπους της καρδιάς μου και να νιώθιω τους βολβούς των ματιών μου να τραβιούνται προς τα έξω από την ανάγκη μου να παρατηρήσω καλύτερα. Το φως έχοντας αλλάξει σε πορτοκαλί χρώμα κινούνταν από αριστερά στα δεξιά και πάλι πίσω. Όποτε η θέση του μετατοπιζόταν εκτός του φόντου του κάδρου, χανόταν. Μέχρι που ο πυρήνας της λάμψης άρχισε να μεγαλώνει αισθητικά και η έκλαμψη του σταμάτησε να περιορίζεται από το κάδρο. Το φως είχε περάσει μέσα από το παράθυρο και πλέον χόρευε αργά και υπνωτιστικά μέσα στο δωμάτιο.

Με απίστευτη άγνοια κινδύνου, άπλωσα το χέρι μου προς το φως. Εκείνο ξαφνικά ακινητοποιήθηκε και έγινε κόκκινο. Ένιωσα τα πάντα να παγώνουν και το βλέμμα, μου αγκαζέ με τη σκέψη μου, βίαια μεταφέρθηκε στην αδερφή μου και στις ξαδέλφες μου που είχαν πέσει χάμω. Ένιωθα το φως να εκπέμπει πολύ κοντά στο πρόσωπό μου και από κόκκινο να γίνεται τότε μπλέ. Το μυαλό μου ανακατευόταν με την ίδια ακριβώς αίσθηση που ανακατεύεται το στομάχι μας και όλο το σώμα αναζητάει τον εμετό για να ηρεμήσει. Το κεφάλι μου όμως δεν μπορούσε να ξεράσει τίποτα άλλο πέρα από μία παράλογη σιγουριά ότι οι κοπέλες κινδυνεύουν. Ότι οι κοπέλες πεθαίνουν. Ότι οι κοπέλες πέθαναν. Ότι εγώ ήμουν μια μύγα. Και ότι εγώ ο ίδιος ως άνθρωπος σύνθλιβα αυτή την μύγα. Ότι και εγώ πέθανα. Ήθελα να κλάψω, να ουρλιάξω και να πνιγώ στους λιγμούς. Παγιδευμένος σε αυτό το σωματικό και πνευματικό μαρτύριο ξαφνικά το φώς έσβησε και ένιωσα ένα άγγιγμα στην πλάτη μου χάνοντας τις αισθήσεις μου.

Όταν ξύπνησα κανονικά οι γονείς μας είχαν επιστρέψει. Οι ξαδέλφες μου και η αδερφή μου ήταν ζωντανές. Όλα μια χαρά σαν να μην συνέβη τίποτα. Μας πήρε όλους ο ύπνος πάνω στο παιχνίδι είπαν. Έπρεπε να συμφωνήσω και εγώ. Γιατί διαφορετικά η ενναλακτική θα ήταν να μοιραστώ αυτό που με άφησαν να δω και να ακούσω στο ενδιάμεσο αυτά που ήταν πίσω από το φως. Αυτά που είχαν την ίδια αίσθηση του χιούμορ με εμάς τους ανθρώπους, χλευάζοντας και κάνοντας με να πιστεύω έστω για λίγο ότι το παράθυρο ήταν αληθινό.

Τα μάτια μου άνοιξαν στην αρχή θωλά. Ήμουν ξαπλωμένος στο πάτωμα ανάσκελα και το σώμα μου ήταν ακόμα παγωμένο. Η εικόνα στα μάτια μου άρχισε να καθαρίζει ενώ μπορούσα να κουνήσω το βλέμμα μου. Πυκνό μπλέ φως στο δωμάτιο. Τρεις ιπτάμενες λάμψεις αυτή την φορά διπλα σε δύο βδελυρές γκρι γυμνές ανθρωπόμορφες φιγούρες. Ανίκανος να ουρλιάξω, τις παρατηρούσα να κατεβάζουν με τα αφύσικα μακριά χέρια και δάχτυλα τους το σώμα της αδελφής μου στο πάτωμα. Τοποθετούσαν το κεφάλι και τα άκρα της ακριβώς όπως ήταν πριν χάσω τις αισθήσεις μου. Δίπλα της ήταν μια από τις ξαδέλφες μου και εκείνη στην ίδια στάση με πριν. Σύντομα μέσα από τον τοίχο βγηκε μια τρίτη φιγούρα που κρατούσε το σώμα της άλλης ξαδέλφης μου. Μπορούσα να δω το πρόσωπο του. Τα μάτια του ήταν μεγάλα και κατάμαυρα. Δεν μπορούσα να διακρίνω στόμα, μύτη ή αυτιά. Το σώμα του έμοιαζε σαν στολή ενώ ταυτόχρονα μπορούσα να δω τους μυς στα πόδια του να πάλλονται κατά την κίνηση του. Την ώρα που πλησίαζε τα άλλα πλάσματα, το πρόσωπο του καρφώθηκε στο δικό μου και ένιωσα το βλέμμα του να τρυπάει την σκέψη μου. Ο τρόμος και η αίσθηση που ένιωσα μπορεί να περιγραφτεί μονάχα ως ένα υγρό απύθμενο βάρος τυλιγμένο γύρω από τον σβέρκο μου να καταπίνει τα αυτιά μου και να εισβάλει στο στόμα μου και την μύτη μου. Και ξαφνικά απόλυτη ηρεμία. Και μια φωνή ψεύτικη. Σαν να προσπαθεί μια μηχανή να μιμηθεί την δική σου την φωνή μέσα στο κεφάλι σου.

«Μην φοβάσαι.»

Μόνο αυτές τις δύο λέξεις είπε αρχικά η φωνή, αλλά μαζί με αυτές σαν ανήκουστα να μεταφέρθηκε περισσότερη πληροφορία στο μυαλό μου. Ένιωθα ότι μπορούσα με την σκέψη μου να απαντήσω.

«Γιατί όχι εμένα;» ρώτησα.

Το βλέμμα του ξεκόλλησε από πάνω μου. Τα άλλα δύο μαζί με την λάμψη τους χάθηκαν μέσα στους τοίχους. Το τελευταίο πλάσμα τοποθέτησε την ξαδέλφη μου στο πάτωμα και με ξανακοίταξε. Πριν φύγει μου χάρισε περισσότερες λέξεις οι οποίες από μόνες τους ήταν αρκετές.

«Γιατί εσύ είσαι πλήρης όπως είσαι. Όπως πρέπει.»


Leave a comment