Ήταν πολύ αργά. Το δηλητήριο είχε ήδη φτάσει στην καρδιά του Ρόι και σιγά σιγά θα ταξίδευε σε όλα του τα ζωτικά όργανα. Όλοι του οι σύντροφοι ήταν νεκροί και είχε έρθει και η σειρά του. Δεν υπάρχει λόγος να αντιστέκεται πια. Δεν θα είναι αυτός που θα ελευθερώσει το γένος του. Είναι ο τελευταίος τους, κουβαλώντας ολονών τις συνειδήσεις, και είναι αυτός που θα το αφανίσει. Ξέρει ότι ο κυνηγός τεράτων θα είναι προετοιμασμένος για όλα. Όλα εκτός από το να περιμένει τον στόχο του να εκπνεύσει από μόνος του.
Η πόρτα της εισόδου ανοίγει και μια ανδρική φιγούρα με ένα φαρδύ δερμάτινο καφέ σακάκι και πλατύγυρο καπέλο βαδίζει προσεκτικά προς τα μέσα. Ο κυνηγός. Λίγα δευτερόλεπτα σιωπής, και μετά μια βραχνή φωνή ταράσσει το αμιλητο ψύχος της αίθουσας.
«Ήταν αρκετά δύσκολο να σε ανιχνεύσει κάποιος, βδέλυγμα.»
Ο κυνηγός πνιγμένος στον ιδρώτα κάτω από τα ρούχα και τον σιδηρόπλεκτο θώρακα που φοράει για προστασία, με το δάχτυλο στην σκανδάλη της περίφημης βαλλίστρας του, βαδίζει όλο και πιο βαθιά μέσα στο σκοτάδι. Δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα να αντικρίσει κάποιον σαν τον Ρόι από κοντά. Είχε ακούσει φήμες για τους υβριδικούς σκλάβους της Απολυώνιας και τώρα ανυπομονεί να γραφτεί το όνομα του στην ιστορία. Ξέρει ότι η επαφή μαζί του δεν αργεί. Το πλάσμα κρυμμένο στο ξύλινο μπαλκόνι του πάνω ορόφου μυρίζει τον φόβο αλλά και τον ενθουσιασμό του κυνηγού. Αυτή η οσμή θα είναι από τα τελευταία του ερεθίσματα πάνω σε αυτόν τον κόσμο. Δεν έχει πολύ χρόνο ακόμα.
«Έχουμε δει πράγματα που εσείς οι άνθρωποι δεν θα πιστεύατε στα μάτια σας.»
Το πλάσμα αποκαλύπτεται και ο κυνηγός γυρνάει απότομα ελευθερώνοντας την σκανδάλη της βαλλίστρας προς την κατεύθυνση από την οποία ακούγεται η ισχνή φωνή του. Σκόνη και σκλήθρες τινάζονται από το βέλος που καρφώνεται στα ξύλινα κάγκελα του μπαλκονιού. Αρπάζει νέο από την φαρέτρα του και με τέχνη οπλίζει. Δεν μπορεί να τοποθετήσει το πλάσμα ακόμα στον χώρο με σιγουριά. Γυρίζει αργά γύρω από τον εαυτό του. Η φαντασία του οργιάζει προσπαθώντας να συνδέσει την χροιά του πλάσματος με όλες τις υβριδικές ανατομίες που έχει αντιμετωπίσει σε αυτό το επάγγελμα. Τον δάχτυλο του πάνω στην σκανδάλη της βαλλίστρας τρέμει καθώς ακούγονται ελαφρά βήματα από τα ξύλινα σκαλοπάτια. Δεν θέλει να αστοχήσει ξανά. Δείχνει υπομονή.
«Έχουμε δει την κόλαση–»
Δεύτερη εξακόντιση από την βαλίστρα. Καρφώνεται στο γυμνό θώρακα του πλάσματος που φωτίζεται προσωρινά από την λάμψη του μαγεμένου βέλους. Ο πόνος ασήμαντος για εκείνο αυτή την στιγμή.
«Έχουμε δει την κόλαση … να διαρρέει μέσα από την γη και να καταπίνει σκλάβους και αφέντες.»
Τρίτο βέλος καρφώνεται στον ώμο του καθώς σιγά σιγά κατεβαίνει τα σκαλοπάτια. Ο κυνηγός αρχίζει να ξεχωρίζει καθαρά την φιγούρα του πλάσματος μέσα από το σκοτάδι.
«Έχουμε δει θεούς της θάλασσας και του ουρανού να οργιάζουν, παλεύοντας για θνητές λείες κάτω από τον Βόρειο Πόλο.»
Ο κυνηγός σοκαρισμένος βλέπει ολοκάθαρα το πλάσμα να τον πλησιάζει κουτσαίνοντας καθώς ένα τέταρτο βέλος θα εκσφενδονιστεί στην κοιλιακή του χώρα. Είναι ίδιο με εκείνον. Μολονότι αρκετά ψηλότερο και υπερβολικά πιο ογκώδες, είναι πανομοιότυπο και το αίμα του ρέει κόκκινο. Το πλάσμα αρχίζει να βήχει και να φτύνει αίμα. Λίγα μέτρα μπροστά από τον κυνηγό θα γονατίσει και μετά από λίγο σηκώνει το κεφάλι του κοιτώντας τον στα μάτια.
«Κρίμα δεν είναι;»
Ο κυνηγός αποτραβιέται και οπλίζει ξανά. Τα μάτια του πλάσματος γεμάτα δάκρυα λάμπουν στο σκοτάδι. Αργά αργά κουνάει τα χείλη του για τελευταία φορά.
«Όλες αυτές οι στιγμές μας. Θα χαθούν στον χρόνο. Σαν δάκρυα στην βροχή.»
Τα βλέφαρα του κλείνουν και τα γόνατα του χαλαρώνουν. Το στέρνο του πέφτει στο πέτρινο έδαφος και πολύ σύντομα το τελευταίο ζωντανό κατασκεύασμα των Απολυωνίων, κουβαλώντας τις ζωές, τις αναμνήσεις και τα όνειρα ολόκληρης της φυλής του, ξεψυχάει.
Ακίνητος για αρκετή ώρα ο κυνηγός, συλλογίζεται τα λόγια του νεκρού πλέον πλάσματος. Ξεφυσάει και βγάζει από την ζώνη του το παχύ μαχαίρι του. Σκύβει και αρχίζει να χαράζει τον σβέρκο του Ρόι με σκοπό να αποκτήσει απόδειξη για την εκπλήρωση του συμβολαίου του.
