Ένας άντρας μέρα μεσημέρι κάθεται σε ένα σχεδόν άδειο καφέ δαγκώνοντας παθιασμένα το νύχι του αριστερού αντίχειρα του. Οι ώμοι του σηκωμένοι, το κεφάλι του κατεβασμένο και το βλέμμα του προβληματισμένο μπροστά σε μια ημι-φωτισμένη οθόνη φορητού υπολογιστή. Λευκό φόντο, λίγες φράσεις μετρημένες στο ένα χέρι και ο κέρσορας αναβοσβήνει αμέσως μετά το όνομα του χαρακτήρα της υποσχόμενης ιστορίας:
“Οι μέρες περνούσαν δύσκολα και οι νύχτες ακόμη χειρότερα. Ο σωματικός πόνος αν και απλούστατος μπροστά στον ψυχικό, διαβρώνει τον νου εξίσου οικτρά. Και οι δύο όξινη βρύση που στάζει μέχρι το τέλος του κόσμου. Ο Αυγουστής-”
Σταματάει την καταναγκαστική του συνήθεια και πιάνει τον σβέρκο του. Τα μάτια του αλληθωρίζουν και σφίγγει τα δόντια του δείχνοντας την δεινή ενόχληση που αντιμετωπίζει. Το «writer’s block» του τον έχει καταβάλει και έχει πάρει σάρκα και οστά τραβώντας τον όλο και χαμηλότερα στην γη.
Κουδούνισμα ακούγεται καθώς ένας νέος πελάτης μπαίνει μέσα στο καφέ. Χαιρετάει την σερβιτόρα, βγάζει τα γάντια του και κινείται προς το τραπέζι του καθισμένου άντρα.
– Γεια. Είσαι ο Παναγιώτης σωστά ? Πήγαινες στο 31ο. Το παιδί που έπεφτε συνέχεια κάτω;
– Ε … ναι; Γνωριζόμαστε από το σχολείο;
– Ο Ηλίας Παπαδήμας είμαι. Κάναμε πολύ παρέα τότε εάν θυμάσαι. Μετά η οικογένεια σου μετακόμισε και χαθήκαμε.
– Ο Ηλίας ναι σωστά. Ναι, θυμάμαι ! Τι κάνεις, είσαι καλά;
– Όλα καλά ! Περνούσα απ’έξω και μόλις σε πρόσεξα μέσα από το γυαλί έπρεπε να μπω και να σου μιλήσω. Είμαστε φίλοι στο Facebook και όταν είδα ότι εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο σου έπρεπε να το πάρω. Δεν είμαι φαν του διαβάσματος και κυρίως ιστοριών τρόμου αλλά πρέπει να στο πω, το λάτρεψα.
– Σε ευχαριστώ πολύ.
– Δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι την ανατροπή στο τέλος για εβδομάδες!
– Με χαροποιεί ιδιαιτέρως αυτό που λες.
– Θα υπάρξει συνέχεια;
– Είμαστε σε συζητήσεις με τον εκδοτικό. Θα το δούμε. Πες μου εσύ τι κάνεις;
– Εγώ έμεινα εδώ, δεν τα πήγαινα καλά με τα μαθήματα όπως θα θυμάσαι. Δοκίμασα αρκετές δουλειές μέχρι που γράφτηκα σε μια ιδιωτική σχολή σε ένα πρόγραμμα χειροπρακτικής και ανακάλυψα το μονοπάτι μου. Έχω ανοίξει μια μικρή κλινική εδώ κοντά, θεραπεύουμε κόσμο και η γυναίκα μου είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί μας. Η ζωή πάει καλά.
– Χαίρομαι πολύ για σένα. Να είμαι ειλικρινής νόμιζα ότι η χειροπρακτική, χωρίς παρεξήγηση, είναι σαν τα ματζούνια και την ομοιοπαθητική.
– Πολλοί άνθρωποι το νομίζουν αυτό δυστυχώς. Ανεξαρτήτως τι άποψη έχεις για την εναλλακτική ιατρική, η χειροπρακτική δεν ανήκει σε αυτήν. Είναι συμπληρωματική ιατρική και έχει αποδειχθεί επιστημονικά ιδιαιτέρως αποτελεσματική σε περιπτώσεις τραυματισμών και γενικά σε μυοσκελετικά ή νευρολογικά προβλήματα.
– Κρίνουμε τα πάντα και νομίζουμε ότι ξέρουμε τα πάντα εμείς οι άνθρωποι. Ξέρεις, τον τελευταίο μήνα σκεφτόμουν να πάω κάπου να με κοιτάξουν γιατί ο σβέρκος μου και οι ώμοι μου με έχουν πεθάνει. Κάθομαι όλη μέρα σκυμμένος μπροστά στον υπολογιστή, δεν αθλούμαι σχεδόν καθόλου και πλέον φλερτάρω με την μέση ηλικία.
– Μην ανησυχείς καθόλου. Αυτή είναι η κάρτα μου. Έλα οποιαδήποτε στιγμή στην κλινική ακόμα και χωρίς ραντεβού και θα σε κάνουμε περδίκι. Η μέση ηλικία θα σου ρίξει μόνιμη χυλόπιτα! Α ! Θα φέρω και το βιβλίο να μου το υπογράψεις όταν έρθεις!
– Τέλεια. Σε ευχαριστώ πολύ Ηλία! Ειλικρινά χάρηκα πολύ και όποτε βρω ευκαιρία θα περάσω.
– Τίποτα ! Να είσαι καλά. Κάτσε να βγάλουμε μια σέλφι να δείξω στην γυναίκα μου.
– Οκέυ.
Ο Παναγιώτης με δυσκολία σηκώνεται καμπουριασμένος από την θέση του και ο Ηλίας βγάζει το κινητό του παίρνοντας θέση δίπλα στον πρώην συμμαθητή του. Καθώς και οι δύο χαμογελάνε βλέποντας τον εαυτό τους στην οθόνη του τηλεφώνου ο Ηλίας του λέει γελώντας.
– Ουαου, φίλε εσύ είσαι πραγματικά χάλια. Πιθανόν να χρειαστούμε φορείο για να σε πάμε στην κλινική!
Μόλις κάνει κλικ η κάμερα, το χαμόγελο σβήνεται από το πρόσωπο του Ηλία και οι κόρες των ματιών του διαστέλλονται. Το τηλέφωνο πέφτει από τα χέρια του και το βάζει στα πόδια τρέχοντας και ρίχνοντας τον δίσκο της σερβιτόρας κάτω.
Ο Παναγιώτης του φωνάζει αλλά εκείνος έχει βγει από το μαγαζί και τρέχει σαν να έχει δει φάντασμα. Σηκώνει το τηλέφωνο του και κοιτάζει την οθόνη. Μια νορμάλ σέλφι μεταξύ δύο φίλων, δύο συμμαθητών, μεταξύ ενός συγγραφέα και ενός φαν του. Μόνο που γύρω από τον λαιμό του Παναγιώτη βρίσκονται τυλιγμένα δύο υπερβολικά παχουλά, γυμνά, ωχρά και μελανιασμένα μπούτια. Πάνω από το κεφάλι του κρέμονται τα πιο απαίσια γυναικεία στήθη που έχει δει ποτέ του και το δεξί χέρι του βδελύγματος αυτού χαιδεύει δίπλα το κεφάλι του Ηλία.
– Γαμη-σέτα ! Ρε Σούζι έχεις παχύνει πολύ !
