Horror, Mystery & Fantasy by P.S. Gianniotis

  • Τελευταίος του γένους

    Ήταν πολύ αργά. Το δηλητήριο είχε ήδη φτάσει στην καρδιά του Ρόι και σιγά σιγά θα ταξίδευε σε όλα του τα ζωτικά όργανα. Όλοι του οι σύντροφοι ήταν νεκροί και είχε έρθει και η σειρά του. Δεν υπάρχει λόγος να αντιστέκεται πια. Δεν θα είναι αυτός που θα ελευθερώσει το γένος του. Είναι ο τελευταίος τους, κουβαλώντας ολονών τις συνειδήσεις, και είναι αυτός που θα το αφανίσει. Ξέρει ότι ο κυνηγός τεράτων θα είναι προετοιμασμένος για όλα. Όλα εκτός από το να περιμένει τον στόχο του να εκπνεύσει από μόνος του.

    Η πόρτα της εισόδου ανοίγει και μια ανδρική φιγούρα με ένα φαρδύ δερμάτινο καφέ σακάκι και πλατύγυρο καπέλο βαδίζει προσεκτικά προς τα μέσα. Ο κυνηγός. Λίγα δευτερόλεπτα σιωπής, και μετά μια βραχνή φωνή ταράσσει το αμιλητο ψύχος της αίθουσας.

    «Ήταν αρκετά δύσκολο να σε ανιχνεύσει κάποιος, βδέλυγμα.»

    Ο κυνηγός πνιγμένος στον ιδρώτα κάτω από τα ρούχα και τον σιδηρόπλεκτο θώρακα που φοράει για προστασία, με το δάχτυλο στην σκανδάλη της περίφημης βαλλίστρας του, βαδίζει όλο και πιο βαθιά μέσα στο σκοτάδι. Δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα να αντικρίσει κάποιον σαν τον Ρόι από κοντά. Είχε ακούσει φήμες για τους υβριδικούς σκλάβους της Απολυώνιας και τώρα ανυπομονεί να γραφτεί το όνομα του στην ιστορία. Ξέρει ότι η επαφή μαζί του δεν αργεί. Το πλάσμα κρυμμένο στο ξύλινο μπαλκόνι του πάνω ορόφου μυρίζει τον φόβο αλλά και τον ενθουσιασμό του κυνηγού. Αυτή η οσμή θα είναι από τα τελευταία του ερεθίσματα πάνω σε αυτόν τον κόσμο. Δεν έχει πολύ χρόνο ακόμα. 

    «Έχουμε δει πράγματα που εσείς οι άνθρωποι δεν θα πιστεύατε στα μάτια σας.»

    Το πλάσμα αποκαλύπτεται και ο κυνηγός γυρνάει απότομα ελευθερώνοντας την σκανδάλη της βαλλίστρας προς την κατεύθυνση από την οποία ακούγεται η ισχνή φωνή του. Σκόνη και σκλήθρες τινάζονται από το βέλος που καρφώνεται στα ξύλινα κάγκελα του μπαλκονιού. Αρπάζει νέο από την φαρέτρα του και με τέχνη οπλίζει. Δεν μπορεί να τοποθετήσει το πλάσμα  ακόμα στον χώρο με σιγουριά. Γυρίζει αργά γύρω από τον εαυτό του. Η φαντασία του οργιάζει προσπαθώντας να συνδέσει την χροιά του πλάσματος με όλες τις υβριδικές ανατομίες που έχει αντιμετωπίσει σε αυτό το επάγγελμα. Τον δάχτυλο του πάνω στην σκανδάλη της βαλλίστρας τρέμει καθώς ακούγονται ελαφρά βήματα από τα ξύλινα σκαλοπάτια. Δεν θέλει να αστοχήσει ξανά. Δείχνει υπομονή. 

    «Έχουμε δει την κόλαση»

    Δεύτερη εξακόντιση από την βαλίστρα. Καρφώνεται στο γυμνό θώρακα του πλάσματος που φωτίζεται προσωρινά από την λάμψη του μαγεμένου βέλους. Ο πόνος ασήμαντος για εκείνο αυτή την στιγμή.

    «Έχουμε δει την κόλαση … να διαρρέει μέσα από την γη και να καταπίνει σκλάβους και αφέντες.»

    Τρίτο βέλος καρφώνεται στον ώμο του καθώς σιγά σιγά κατεβαίνει τα σκαλοπάτια. Ο κυνηγός αρχίζει να ξεχωρίζει καθαρά την φιγούρα του πλάσματος μέσα από το σκοτάδι.

    «Έχουμε δει θεούς της θάλασσας και του ουρανού να οργιάζουν, παλεύοντας για θνητές λείες κάτω από τον Βόρειο Πόλο.»

    Ο κυνηγός σοκαρισμένος βλέπει ολοκάθαρα το πλάσμα να τον πλησιάζει κουτσαίνοντας καθώς ένα τέταρτο βέλος θα εκσφενδονιστεί στην κοιλιακή του χώρα. Είναι ίδιο με εκείνον. Μολονότι αρκετά ψηλότερο και υπερβολικά πιο ογκώδες, είναι πανομοιότυπο και το αίμα του ρέει κόκκινο. Το πλάσμα αρχίζει να βήχει και να φτύνει αίμα. Λίγα μέτρα μπροστά από τον κυνηγό θα γονατίσει και μετά από λίγο σηκώνει το κεφάλι του κοιτώντας τον στα μάτια.

    «Κρίμα δεν είναι;»

    Ο κυνηγός αποτραβιέται και οπλίζει ξανά. Τα μάτια του πλάσματος γεμάτα δάκρυα λάμπουν στο σκοτάδι. Αργά αργά κουνάει τα χείλη του για τελευταία φορά.

    «Όλες αυτές οι στιγμές μας. Θα χαθούν στον χρόνο. Σαν δάκρυα στην βροχή.»

    Τα βλέφαρα του κλείνουν και τα γόνατα του χαλαρώνουν. Το στέρνο του πέφτει στο πέτρινο έδαφος και πολύ σύντομα το τελευταίο ζωντανό κατασκεύασμα των Απολυωνίων, κουβαλώντας τις ζωές, τις αναμνήσεις και τα όνειρα ολόκληρης της φυλής του, ξεψυχάει. 

    Ακίνητος για αρκετή ώρα ο κυνηγός, συλλογίζεται τα λόγια του νεκρού πλέον πλάσματος. Ξεφυσάει και βγάζει από την ζώνη του το παχύ μαχαίρι του. Σκύβει και αρχίζει να χαράζει τον σβέρκο του Ρόι με σκοπό να αποκτήσει απόδειξη για την εκπλήρωση του συμβολαίου του.

  • Ο άντρας με το καπέλο

    «Είναι απλά ένας άνδρας.»

    «Την βρήκαμε στο χωριό και την φέραμε εδώ.»

    «Άσ’ την εκεί που είναι! Γιατί είσαι τόσο περίεργος;»

    Αυτές ήταν οι αντιδράσεις της οικογένειας μου όταν ρωτούσα για την φωτογραφία του άγνωστου άντρα με το μαύρο καπέλο στα χέρι. Ναι, υπήρξα περίεργος γιατί ήμουν παιδί, μέχρι που η αρρώστια πήρε την μάνα και ξεκίνησαν τα μαθήματα περί σοβαρότητας και δυσκολίας της ζωής από το χείλη του πατέρα. Αλλάξαμε πόλη και η ζωή συνέβη.

    Δεν ξανασκέφτηκα τον άγνωστο άντρα για πολλά χρόνια μέχρι που ο ίδιος άνθρωπος που τον έθαψε στην μνήμη μου, τον επανέφερε στο μυαλό μου. 64 ετών στο νεκροκρέβατο ο πατέρας επέλεξε για τελευταία του λόγια τα εξής. «Η φωτογραφία στο σπίτι της γιαγιάς. Την έχω στο συρτάρι του κομοδίνου μου. Είναι δικιά σου τώρα.»

    Δεν καταλήξαμε να έχουμε τις καλύτερες σχέσεις και ίσως να μην με ένοιαζαν οι παρακαταθήκες του, αλλά η περιέργεια και οι αναμνήσεις του παιδιού μέσα μου ξύπνησαν και πάλι. Χωρίς ζωντανές πηγές πληροφοριών να απομένουν και αποτυγχάνοντας να βρω από μόνος μου την καταγωγή ή την σημασία της φωτογραφίας, σύντομα τα παράτησα. Η ζωή συνέβη για ακόμη μια φορά. Παντρεύτηκα, έγινα πατέρας, άνοιξα δικιά μου επιχείρηση και μέσα στις χαρές και τις λύπες το παιδικό μυστήριο ξεχάστηκε.

    Που και που το πληγωμένο μου υποσυνείδητο την έφερνε στις σκέψεις μου αλλά πίστευα ότι την είχα χάσει. Ευτυχώς, είχε ξεχαστεί σε ένα μικρό χάρτινο κουτί μετακόμισης κάπου στο πορτμπαγκάζ. Την είδα ξανά την ζεστότερη μέρα του καλοκαιριού μπροστά στο σπασμένο παρμπρίζ ξυπνώντας αναποδογυρισμένος μέσα στον εφιάλτη μιας βίαιης σύγκρουσης. Γευόμουν το αίμα που έτρεχε από το πιγούνι μου και τα ρουθούνια μου είχαν γεμίσει από καπνό και καμένη βενζίνη. Προσπάθησα να ανοίξω την πόρτα του οδηγού αλλά είτε είχε διαλυθεί ο μηχανισμός είτε, μάλλον πιο πιθανόν, να μην είχα αρκετή δύναμη να τα καταφέρω. Ο ήλιος έκαιγε τον ώμο μου, οι αναθυμιάσεις τα σωθικά μου. Σκέφτηκα τον πατέρα μου στο νεκροκρέβατο και τέντωσα το χέρι μου να αγγίξω την φωτογραφία. Μόλις τα ματωμένα δάχτυλα μου γλίστρησαν πάνω στην στραπατσαρισμένη εικόνα, άρχισα να ακούω βήματα από έξω. Η πόρτα συντόμως άνοιξε και δύο παγωμένα χέρια με τράβηξαν μέσα από το αναποδογυρισμένο αμάξι. Με έσυρε μακριά στην άκρη του δρόμου και τότε μπόρεσα να τον δω καθαρά. Ο άντρας από την φωτογραφία, το ίδιο ξέθωρος και αταίριαστος με την παλέτα της πραγματικότητας, και με τα ίδια φαρδιά ενδύματα από μια παλαιότερη εποχή. Έβγαλε το μαύρο καπέλο του, το κράτησε στο χέρι και με ένα ελαφρό μειδίαμα μου ψέλλισε «Βάλε με κοντά σε παράθυρο αν μπορείς. Μου αρέσει να κοιτάζω τα σύννεφα.»

  • A Pact of Souls – Κεφάλαιο 1: Ένα εύκολο θήραμα

    Μια φορά και έναν καιρό, έναν καιρό όχι και πολύ μακρινό, ο μικρός Κλάρενς Γουότερς κείτεται ανάμεσα σε πανύψηλους κορμούς σκοτεινών και διεστραμμένων δέντρων. Οι κορώνες τους μπλοκάρουν κάθε προσπάθεια φωτός να εισβάλει σε αυτόν τον δυσοίωνο τύμβο ενώ νεκρική σιγή και ομίχλη αγαλλιάζουν το τοπίο παγώνοντας τυχόν απατηλές αναπνοές. Κανένα σημάδι ζωής δεν φαίνεται και ούτε ακούγεται σε ένα δάσος ανόμοιο με οτιδήποτε άλλο, σε ένα δάσος καταραμένο, σε ένα δάσος γεμάτο δόλους και απόκρυφα μυστικά. Λες και κάποιος τρομερός μάγος από ιστορίες φαντασίας, σχολαστικά σκέπασε στρέμματα καμένης γης με την ζωντάνια και την πρασινάδα ενός τροπικού δάσους. Όλο μια αυταπάτη. Όλο εκτός από το παιδί καταμεσής του δάσους.

    Στην απόλυτη σιγή, λίγα πράγματα καταφέρνουν να κρυφτούν και η ανάσα ενός ζωντανού ανθρώπου δεν είναι ένα από αυτά. Ο μικρός Κλάρενς δεν αναπνέει. Το σώμα του παραμένει ακίνητο περιμένοντας να θαφτεί ξανά και ξανά ανάμεσα στα κύματα ομίχλης που ταξιδεύουν από πάνω του φθείροντας τα χαρακτηριστικά του. Το κεφάλι του είναι ξυρισμένο με μια τεράστια ουλή να ξεχωρίζει από πίσω χωριζοντας το κρανίο του στην μέση. Φοράει μονάχα έναν λευκό χιτώνα που θυμίζει νοσοκομειακή ρόμπα, αποκαλύπτοντας ίσως τις στενάχωρες τελευταίες του ώρες. Σε στάση εμβρύου, το κεφάλι του λυγισμένο προς τα μαζεμένα γόνατα του και τα χέρια του σταυρωμένα πάνω στο στομάχι του. Η ομίχλη προσπαθεί να κρύψει αυτό που υπάρχει ανάμεσα στα χέρια του, αλλά η πυκνότητά της μεταβάλλεται όσο μετακινείται αφήνοντας περιθώριο για κλεφτές ματιές. Κοιτώντας προσεκτικά, κάτω από την περιοχή του στομαχιού του αγοριού, ο χιτώνας του φαίνεται να έχει σκιστεί και από μέσα να βγαίνει μια φαρδιά χορδή από σάρκα, σαν ομφάλιος λώρος, που ενώνεται με το έδαφος βρίσκοντας καταφύγιο βαθιά μέσα στο χώμα.

    Τι είναι αυτό το μέρος και για ποιον λόγο το σώμα ενός μικρού παιδιού είναι συνδεδεμένο με το έδαφος; Σε τι απαίσιο πράγμα καταλήγει; Θόρυβος ακούγεται και η επιφάνεια της ομίχλης αρχίζει να ταράσσεται. Κάτι από αρκετά μακριά επιταχύνει προς το κέντρο του δάσους. Σκισίματα κλαδιών και φύλλων, και κρούσεις από τύμπανα της φύσης. Το αντικείμενο φαίνεται να συγκρούεται με τα πάντα γύρω του για να φτάσει στον προορισμό του. Η διαταραχή φαίνεται να πλησιάζει όλο και πιο κοντά ενώ το αντικείμενο αρχίζει να επιβραδύνει. Συντόμως, κάτι σκοτεινό αναδύεται μέσα από τους θάμνους. Η μορφή του μοιάζει με άνδρα αλλά όσο φαίνονται περισσότερο τα χαρακτηριστικά του τόσο περισσότερο απομακρύνεται από το ανθρώπινο είδος. Περιπολεί κυκλικά το πτώμα με προσοχή μέχρι που έρχεται πιο κοντά. Μισός άνθρωπος – μισός τράγος, αυτό το πλάσμα πρέπει να είναι αποτέλεσμα κάποιας μετάλλαξης. Οι Σάτυροι από την Ελληνική Μυθολογία έρχονται στον νου, αλλά μπορεί να είναι αληθινοί; Γίνεται να υπάρχουν στην πραγματικότητα;

    Και όμως ένα τέτοιο πλάσμα περήφανα τεντώνεται μπροστά στο σώμα του Κλάρενς, σηκώνοντας τα μακριά του κέρατα που ξεκινούν από τους κροτάφους του και αρχίζουν να λυγίζουν προς τις άκρες τους διακοσμώντας τα σκούρα και σγουρά καφέ μαλλιά του. Το πυκνό τρίχωμα του κεφαλιού του κατεβαίνει κάτω από τα μυτερά του αυτιά και συνεχίζει ως το πηγούνι του πλέκοντας μια μακρια γενειάδα που στολίζει το άγριο πρόσωπο του. Το δέρμα του μοιάζει με του Καυκάσιου ανθρώπου, λίγο πιο σκούρο και με μια ελαφριά απόχρωση άλικου. Το στήθος του γυμνό και από την μέση και κάτω καλυμμένος με την ίδια σκούρα καφέ γούνα. Τα πόδια του κάτω από τα γόνατα λυγίζουν προς τα πίσω καταλήγοντας σε δύο ευμεγέθη οπλές. Η διακριτικότητα και η λεπτότητα δεν είναι από τα δυνατά του προσόντα, μιας και με κάθε του βήμα ανακοινώνει την παρουσία του σε μεγάλη ακτίνα με τον θόρυβο που παράγουν οι ισχυρές οπλές του. Εάν υπήρχε μια ζωντανή και υγιής λεία εδώ, τα παραπάνω θα τον πρόδιδαν και το αποτέλεσμα του κυνηγιού θα αποφασιζόταν από έναν αγώνα αντοχής και ταχύτητας. Σε αυτή την περίπτωση, το θήραμα είναι περιτυλιγμένο και στολισμένο σαν δώρο γενεθλίων.

    «Κλανκ … κλανκ … κλανκ.» ακούγονται οι οπλές καθώς ο Σάτυρος συνεχίζει να περιπολεί αξιολογώντας την κατάσταση και ανασαίνοντας αρκετά βαριά. Φαίνεται ότι προσπαθεί να ανιχνεύσει τυχόν παγίδες ή οποιοδήποτε άλλο θηριώδες πλάσμα που θα μπορούσε να τον είχε παρασύρει με αυτό το δόλωμα. Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, αφήνει μια τελευταία βαριά εκπνοή και γυρίζει το βλέμμα του πίσω στον θάμνο από τον οποίο αναδύθηκε. Κάνει μια χειρονομία με το δεξί του χέρι και σιγά σιγά αποκαλύπτεται μια δεύτερη φιγούρα. Είναι της ίδιας ανθρωποειδούς φυλής αλλά αυτή την φορά είναι ξεκάθαρο ότι είναι γυναίκα. Μεγαλόπρεπες μακρινές χρυσαφένιες πλεξούδες, κοντά σπειροειδή κέρατα, βυσσινί ζουμερά χείλη και γεμάτα ζωή στήθη. Τα άγρια χαρακτηριστικά του αρσενικού πλάσματος το κάνουν να μοιάζει περισσότερο με θηρίο παρά με άνθρωπο, ενώ αντιθέτως η ομορφιά του θηλυκού ξεπερνάει την εικόνα μιας καλλονής γυναίκας και αγγίζει την μορφή και την ακτινοβολία θηλυκής θεότητας. Ωστόσο, από τον τρόπο που τον κοιτάζει, φαίνεται να είναι εκείνος το αντικείμενο λατρείας στην συγκεκριμένη περίπτωση. Όχι από θαυμασμό αλλά από φόβο.

    Ο αρσενικός Σάτυρος ανοίγει τα σαγόνια του αποκαλύπτοντας τα ζωώδη δόντια του και με την άγρια φωνή του φωνάζει ενθουσιασμένος. «Είναι η τυχερή μας μέρα!»

    Το θηλυκό προσεγγίζει το αγόρι και σηκώνει ελαφρά το βλέμμα της προς το αρσενικό. Διστακτικά σηκώνει τα χείλη της βλέποντας τον να είναι χαμένος μέσα στην έκσταση του. 

    «Πρέπει να τον μαζέψουμε προτού …» και πριν προλάβει να τελειώσει την φράση της, οι κόρες των ματιών της διαστέλλονται απότομα από το σοκ που ακολουθεί. Παρακολουθεί τον αρσενικό Σάτυρο να σηκώνει το αριστερό του χέρι και να αποκαλύπτει τρεις κοφτερές δαγκάνες. Με τεράστια ορμή τις κατεβάζει πάνω στο σώμα του παιδιού.

    «ΧΡΑΤΣ!» Η επίθεση τόσο άγρια θα μπορούσε να είχε διαλύσει την σάρκα του παιδιού στα δύο. Όμως ο Σάτυρος είχε άλλο πράγμα στο μυαλό του. Τα νύχια-δαγκάνες του έπεσαν χειρουργικά πάνω στον ομφάλιο λώρο που ένωνε το αγόρι με την γη, κόβοντας το στα δύο και διακόπτοντας αυτή την αλλόκοτη ένωση. Το τμήμα που ήταν ακόμα συνδεδεμένο με το έδαφος άρχισε να κάνει σπασμωδικές κινήσεις σαν το σώμα ενός φρεσκο-αποκεφαλισμένου κοτόπουλου. Μία από εδώ. Μία από εκεί μέχρι που μετά από λίγο αρχίζει να απορροφάται από το έδαφος, επιστρέφοντας πίσω σε ότι φρικτό πράγμα ανήκει. Απ’έξω πάλι, το μέρος που συνδεόταν με την κοιλιακή χώρα του αγοριού ξεκινάει να εξατμίζεται σε τέφρα λες και δεν υπήρχε ποτέ. Κανένα τραύμα, καμία ουλή δεν έμεινε να υπενθυμίζει την ύπαρξη του. Η μόνη χαραγμένη ανάμνηση, μια σκισμένη τρύπα στον χιτώνα του παιδιού.

    Ένα μικρό αεράκι περνάει και μαζεύει την αναστάτωση που έφερε η κίνηση του Σάτυρου παίρνοντας την τέφρα μακριά από το μέρος αυτό. Συγκλονισμένη η θηλυκιά ζητά εξηγήσεις. 

    «Φάλικ τι έκανες; Τώρα θα … τώρα θα ξυπνήσει πριν μπορέσουμε να τον δεσμεύσουμε.»

    Σαφώς ενοχλημένος από τα λόγια της, ο αρσενικός Σάτυρος της φωνάζει.

    «Πρόσεξε τα λόγια σου τσουλί. Σε έχω επιλέξει να με υπηρετείς και θα κάνεις μονάχα αυτό!» Κάνει μια μικρή παύση ενώ την βλέπει να γνέφει και συνεχίζει πιο ήρεμα. «Σκέφτομαι … λέω να τον δοκιμάσουμε πρώτα.»

    Μπερδεμένη με αυτό που ακούει, προσπαθώντας να κατανοήσει το σχέδιο του αλλά ταυτόχρονα να μην τον εξοργίσει παραπάνω, ρωτάει.

    «Και … τι θα γίνει με το αφεντικό;»

    Ένα χαμόγελο σχεδιάζεται στο πρόσωπο του Φάλικ καθώς συλλογίζεται το σχέδιο του.

    «Όσο υπάρχουν αποδείξεις μάχης, το αφεντικό δεν θα καταλάβει τίποτα. Μόνο το γεγονός ότι θα του φέρουμε τον μισό, κάθε φορά που θα μας βλέπει θα το θυμάται αυτό το δώρο και θα καυλώνει. Και όχι μόνο αυτό αλλά θα βρισκόμαστε στον δρόμο για την Άνοδο πολύ πιο γρήγορα από οποιονδήποτε άλλον στην λίστα του.»

    «Μα είναι μονάχα ένα μωρό Φάλικ. Δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εδώ.» Ταραγμένη η θηλυκή Σάτυρος συνεχίζει. «Και αν οι κανόνες δεν ισχύουν για αυτόν;»

    Ο Φάλικ εξαγριωμένος ορμά τρέχοντας πάνω της και την πιάνει από το λαιμό.

    «Δεν είσαι σε θέση να αποφασίζεις ποιος πρέπει ή ποιος δεν πρέπει να βρίσκεται εδώ. Οι κανόνες είναι απλοί και ισχύουν για όλους. Ιδιαίτερα … για τους αδύναμους!» την φοβερίζει πιέζοντας και γλιστρώντας τον αντίχειρα του πάνω στα χείλη της.

    Η ένταση διακόπτεται από μια κραυγή που έρχεται από πολύ κοντά τους. Ο μικρός Κλάρενς έχει ανοίξει τα μάτια του και παλεύει για μια ανάσα. Το μέτωπο του τεταμένο και το πρόσωπο του ωχρό, ακριβώς σαν ένα νεκρο σώμα που έχει επιστρέψει στην ζωή έχοντας ξεχάσει τι σημαίνει να είσαι, τι σημαίνει να υπάρχεις Δεν υπάρχει χρόνος να γιορτάσει την επιστροφή του μιας και κάτι απειλεί να τον στείλει πάλι πίσω. Προσπαθεί να κινηθεί αλλά το σώμα του δεν έχει ξυπνήσει ακόμα. Συλλέγει όλη την δύναμη του στα χέρια του και αρπάζει τον λαιμό του όπως μπορεί προσπαθώντας να αφαιρέσει αυτό που εμποδίζει την αναπνοή του. Ο Φάλικ μόλις το καταλαβαίνει, παρατάει την σύντροφο του. 

    «Ανόητοι ανθρωποι …» αναστενάζει και αρπάζει με το ένα χέρι το σώμα του παιδιού. Τον σηκώνει ψηλά και με το άλλο του χέρι αγγίζει το στήθος του Κλαρενς αρχίζοντας να μουρμουρίζει κάτι απαίσια λόγια. Συνεχίζει μέχρι που ανεβάζει την παλάμη του από το στήθος του παιδιού μέχρι τον λαιμό του όπου σταματάει.

    Η θηλυκιά παρακολουθεί και με τα μάτια καρφωμένα πάνω στον Φάλικ ψιθυρίζει κάτι από πίσω του. 

    «Κάποτε ήμασταν και εμείς …»

    Ο πνιγμός του αγοριού έχει γίνει ακόμη πιο έντονος. Εξασθενεί τελείως και λιποθυμάει. Με μια απότομη κίνηση, ο Φάλικ τραβάει την παλάμη του προς τον ουρανό. Μικροί μαύροι γυμνοσάλιαγκες τινάζονται από το στόμα του Κλάρενς ελευθερώνοντας την ανάσα του. Το παιδί βήχει και με κάθε ξέσπασμα του πετάγονται περισσότερα από τα ίδια σιχάματα. Κάποιοι γυμνοσάλιαγκες φαίνονται να κινούνται αλλά οι περισσότεροι είναι κομματιασμενοι και νεκροί. Ο Φάλικ σηκώνει το δεξί του πόδι και με την οπλή του συνθλίβει τους ζωντανούς καθώς ψελλίζει «Θλιβερό…»

    Έχοντας κατευνάσει τον βήχα του, ο μικρός Κλάρενς ζωντανός ξανά, θα πει τις πρώτες του λέξεις σε αυτή την δεύτερη ευκαιρία για ζωή.

    «Λυ … λυπάμαι πολύ;» ψιθυρίζει μπερδεμένος.

    «Για πιο πράγμα λυπάσαι μικρέ;» τον ρωτάει ο Φάλικ μειδιώντας.

    «Δδ … δεν ξέρω. Δδ … δεν θυμάμαι.» «Που βρίσκομαι: Τι είναι αυτό το μέρος;»

    Χαμογελώντας ο Φάλικ κοιτάει πίσω στην σύντροφο του. Τα μάτια τους συναντιόνται και κλειδώνουν μεταξύ τους ενώ το αγόρι συνεχίζει τις ερωτήσεις.«Ποιος είσαι εσύ; Ποιοί είστε;»

    «Πίστεψε με όταν σου λέω ότι θα προτιμούσες να μην ξέρεις τις απαντήσεις.» Με ειρωνικά καθησυχαστικό τόνο μιλάει στο παιδί ενώ φαίνεται να περιμένει κάποια αντίδραση από το θηλυκό, ίσως σε κάποια γλώσσα σώματος που ξέρουν μόνοι οι Σάτυροι ή πιο συγκεκριμένα αυτοί οι δύο. Εκείνη μοιαζει να αμφιταλαντεύεται από τις εκφράσεις της αλλά μετά από λίγο γνέφει διστακτικά.

    «Έχει αποφασιστεί λοιπόν!» αναφωνεί ο Φάλικ.

    «Ποιο … πράγμα;» Σε απόλυτη σύγχυση το παιδί, χαμένο μέσα στα ερωτήματα του, βλέπει πίσω από τον Φαλικ την πανέμορφη Σάτυρο να προετοιμάζεται για επίθεση. Έχει οπλιστεί με μια λόγχη η οποία εμφανίστηκε από το πουθενά και τρέχει προς το μέρος των άλλων δύο. Το αγόρι, βλέποντας την, πέφτει προς τα πίσω προσπαθώντας να αποφύγει την επίθεση αλλά σύντομα συνειδητοποιεί ότι δεν ήταν αυτός ο στόχος.

    Η Σάτυρος χτυπάει τον Φάλικ από μπροστά με την συμπαγή ξύλινη πλευρά της λόγχης ενώ αυτός κάνει το ελάχιστο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Γρήγορες, σταθερές επιθέσεις στα πλευρά του και στο πρόσωπο του που σίγουρα θα προκαλούσαν αρκετό πόνο σε οποιονδήποτε άνθρωπο. Πηδάει από πίσω του και με την μεταλλική κοφτερή πλευρά της λόγχης, του ξεσκίζει την αριστερή του κνήμη από την οπλή μέχρι το πίσω μέρος του γονάτου. Ο Φάλικ ουρλιάζει καθώς αίμα τινάζεται από την φρέσκια πληγή και ποτίζει το έδαφος με το πορφυρό του κόκκινο. Το χρώμα δεν παραμένει για πολύ καθώς μετά από λίγο το αίμα εξατμίζεται όπως ακριβώς και η κομμένη ομφάλια λώρος του παιδιού. Η Σάτυρος βάζει την λόγχη στην πλάτη της και με την ίδια κενή έκφραση επιστρέφει πίσω στην αρχική της θέση σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά της και περιμένοντας την επόμενη διαταγή. 

    Παράλληλα, ο Φάλικ προσπαθεί να ανασηκωθεί και σκουπίζει το στόμα του ρωτώντας. «Πως … σε λένε αγόρι;»

    «Το όνομά μου; … Με λένε … Κλάρενς» του απαντάει φοβισμένος.

    «Είσαι άγριος τελικά μικρούλη …» γρυλίζει ο Φάλικ καταφέρνοντας να σηκωθεί.

    Σαστισμένος και φοβισμένος ο μικρός δεν καταλαβαίνει τι εννοεί ο Σάτυρος.  ενώνει τις παλάμες του οι οποίες τυλίγονται σε φλόγες. «Η σειρά σου τώρα Κλάρενς.»

    Τραβάει τις φλεγόμενες παλάμες του και σιγά σιγά απομακρύνοντας την μία από την άλλη, από μέσα τους εμφανίζεται μια μεγάλη πύρινη αλυσίδα. Η καρδιά του Κλάρενς πάει να σπάσει και χωρίς αρκετό χρόνο να σκεφτεί σηκώνεται και αρχίζει να τρέχει. 

    Ο Φάλικ γυρνάει προς την σύντροφο του και της ψέλνει προστακτικά «Πήγαινε.» Εκείνη του νεύει και για ακόμα μια φορά υπακούει στις εντολές του.

    Και έτσι ξεκινάει μια μεγάλη καταδίωξη μέσα στα σκοτεινά και επικίνδυνα μονοπάτια του ύπουλου αυτού δάσους. Aν και αδύναμος, το μικρό μέγεθος του Κλάρενς τον βοηθάει να διεκδικήσει την ελευθερία του από την ευκίνητη και ταχύτατη Σάτυρο περνώντας μέσα από στενά περάσματα τα οποία εκείνη πρέπει να παρακάμψει. Το κυνήγι συνεχίζει για αρκετή ώρα έτσι και κάθε φορά που καταφέρνει να τον φτάσει, ο μικρός με τεράστια τύχη καταφέρνει να ξεγλιστρήσει. Κουρασμένη από τα τεχνάσματα του, η Σάτυρος σταματάει να τον ακολουθεί και πηδάει πάνω σε ένα ψηλό δέντρο. Το αγόρι συνεχίζει να τρέχει και όταν κοιτάει πίσω του αυτή την φορά δεν μπορεί να δει την κυνηγό του. Ανακουφισμένος λίγο συνεχίζει να τρέχει και λίγο αργότερα ξανακοιτάει. Για δεύτερη φορά, πουθενά η κυνηγός του. Επιβραδύνει και μετά από λίγο σταματάει. Σκύβει. Βάζει τα χέρια του στα γόνατα του ανακουφισμένος και πιστεύοντας ότι έχει ξεφύγει προσπαθεί να πάρει κάποιες αναγκαίες αργές ανάσες. Έχοντας λίγο χρόνο να συλλογιστεί το τι του έχει συμβεί και τι απίστευτα πράγματα έχει δει, φτάνει με το μυαλό του σε ένα αδιέξοδο καθώς δεν έχει καμία ανάμνηση για το πως έφτασε εδώ και οτιδήποτε άλλο πέρα από το όνομα του είναι θωλό. Κάποια φιλικά πρόσωπα αρχίζουν να αιωρούνται στην σκέψη του Κλάρενς αλλά συντόμως ένας βίαιος ήχος κλαδιών να σπάνε τον επαναφέρουν πάλι στο τώρα. Η Σάτυρος πετάγεται από ψηλά πηδώντας από δέντρο σε δέντρο επιταχύνοντας προς τον Κλάρενς. Εκείνος ξεκινάει να τρέχει πάλι αλλά νιώθει μέσα του τον κίνδυνο να τον παγιδεύει καταλαβαίνοντας ότι αυτή την φορά δεν θα καταφέρει να ξεφύγει. Με τις τρομερές ακροβατικές τις κινήσεις πηδάει και με την λόγχη αρματωμένη είναι έτοιμη επιτέλους να πιάσει την λεία της. Ο Κλάρενς ακούει μέσα στο μυαλό του ξαφνικά μια περίεργη φωνή που σίγουρα δεν έχει ακούσει ποτέ ξανά.

    «Μπες.»

     Το δευτερόλεπτο που η λέξη αυτή πέφτει πάνω στο ακουστικό τύμπανο του παιδιού και μεταφράζεται στο μυαλό του, μια μεγάλη σκιώδης πύλη ανοίγει 2 μέτρα μπροστα του κόβοντας αυτήν την πραγματικότητα στα δύο. Εκείνος σαν να μην ελέγχει τον εαυτό του πηδάει και μπαίνει μέσα. Η πύλη κλείνει αμέσως μετά την είσοδο του αγοριού ενώ η Σάτυρος προσγειώνεται με ορμή στο έδαφος έχοντας χάσει το θήραμα της. Φαίνεται ξαφνιασμένη και αιφνιδιασμένη με αυτό που έγινε. Όντας αρκετά σκεπτική κοιτάει γύρω της με την λόγχη της έτοιμη και μετά από λίγο αρχίζει να κινείται προς τα εμπρός συγκεντρωμένη πάλι. 

    Αφού πέρασε την πύλη, ο μικρός Κλάρενς για δευτερόλεπτα που έμοιαζαν με λεπτά αιωρούταν μέσα σε έναν ωκεανό από σκιές. Είδε αρκετά ανεξήγητα πράγματα και ίσως πλάσματα μέσα στο σκοτάδι. Αυτό που χαράκτηκε στο μυαλό του όμως ήταν ένας τεράστιος πίνακας του οποίου πρωταγωνιστές ήταν εκείνα τα φιλικά πρόσωπα που είχε αρχίσει να θυμάται νωρίτερα. Μια γυναίκα και ένας άντρας όλο χαρά. Λίγο πιο χαμηλά τα χέρια τους πέφτουν πάνω στους ώμους του ίδιου, ο οποίος βρίσκεται σε μια πολύ πιο ευνοϊκή κατάσταση. Με τα μαλλιά του, το χαμόγελο του και ένα παιχνίδι στην αγκαλιά του. Το ευχάριστο κλίμα της εικόνας όμως αρχίζει να χαλάει καθώς οι δύο άνθρωποι χάνουν το χαμογελό τους και απομακρύνουν τα χέρια τους από τον Κλάρενς, δείχνοντας αποστροφή. Ένα μαύρο σύμβολο εμφανίζεται στο μέτωπο του παιδιού και μαύρες φλέβες ξεκινάνε από τους κροτάφους του ρέοντας προς τα κάτω.Το παιχνίδι πέφτει από τα χέρια του και οι λαιμοί των δύο ενηλίκων ανοίγουν κάθετα, λούζοντας τον Κλάρενς της εικόνας με το αίμα τους και μεταμορφώνοντας τον σε έναν κόκκινο δαίμονα. Ο Κλάρενς εκλιπαρεί να σταματήσει η φρίκη και κλείνοντας τα μάτια τρέχει να περάσει μέσα από τον πίνακα ταλαντεύοντας τα χέρια του μπροστά. Περνώντας από μέσα γλιστράει και πέφτει κάτω. Όταν σηκώνεται ανακαλύπτει ότι το σκοτάδι έχει τελειώσει και ο ίδιος επέστρεψε στον απαίσιο κόσμο των κυνηγών του. Ίσως να έχει φτάσει στα περίχωρα του δάσους, σκέφτεται, μιας και το μέρος φαίνεται λίγο διαφορετικό. Η βλάστηση είναι αραιότερη και οι κορμοί των δέντρων πιο ισχνοί. Είναι εξουθενωμένος. Ελπίζει ότι η σκοτεινή παράκαμψη να απομάκρυνε αρκετά από τους κυνηγούς του αλλά καταλαβαίνει ότι ακόμα δεν έχει ξεφύγει από τον κίνδυνο. Με όση δύναμη του έχει μείνει συνεχίζει να απομακρύνεται.

    Δεν περνάει πολύ ώρα και μια έντονη κραυγή ταξιδεύει μέσα από το δάσος έως τον Κλάρενς και σίγουρα εκατοντάδες μέτρα μπροστά του. «ΦΟΫΡΙΣ» η τερατώδης φωνή του Φάλικ ταξιδεύει και από πίσω της κορμοί δέντρων πέφτουν στο πέρασμα ενός εκρηκτικού κύματος με στόχο το αγόρι. Μέσα από τις σκιές του δάσους αποκαλύπτεται πύρινο φως το οποίο πέφτει πάνω στον Κλαρενς γραπώνοντας τον από τον λαιμό και στην συνέχεια τυλίγεται γύρω από το σώμα του. Η δαιμονική αλυσίδα του Φάλικ έχει αρπάξει το αγόρι. Η πύρινη επιφάνεια της καίει την σάρκα του και εκείνος ουρλιάζει από τον πόνο και την πίεση η οποία γίνεται όλο και πιο έντονη. Το μάκρος και το μέγεθος της αλυσίδας μεταβάλλεται ανώμαλα ενώ ο αφέντης της φαίνεται να φτάνει όλο και πιο κοντά. Φλόγες κοσμούν την είσοδο του Φάλικ και ένα χαμόγελο στα σατανικά του χείλη σχηματίζεται, καθώς βρίσκεται για ακόμα μια φορά πολύ κοντά σε αυτό που ποθεί. Στο πλάι του, λίγο πιο πίσω η σύντροφός του ανέκφραστη.

    Ενώ το παιδί κραυγάζει από τον πόνο, ο Φάλικ πλησιάζει σιγά σιγά. Ελευθερώνει λίγο το σφίξιμο της αλυσίδας του και με αρκετή αυτοπεποίθηση τραβάει την λεία του μπροστά του.

     «Πρέπει να σε παραδεχτώ μικρέ Κλάρενς. Προσπάθησα να δω την κατάσταση από τα μικρά σου μάτια. Στην θέση σου εγώ μάλλον θα σερνόμουν κάτω σαν δειλός περιμένοντας τον εφιάλτη να τελειώσει.»

    Χτυπάει τα δάχτυλα του μεταξύ τους μπροστά στο αγόρι και του χαμογελάει επιδεικνύοντας το μαγικό του όπλο.

    «Δαιμονικά πλάσματα να με κυνηγάνε με υπερφυσικές δυνάμεις, θα τσίμπαγα τον εαυτό μου γεμίζοντας πληγές εκλιπαρόντας να επιστρέψω στην πραγματικότητα.»

    Σκύβοντας, κατεβάζει το πρόσωπο του μπροστά στο παιδί και γουρλώνει τα μεγάλα του μάτια.

    «Όμως εσύ. Εσύ … εσύ έχεις την καρδιά και την ψυχή να αντισταθείς. Εντυπωσιακό!»

    Τον πιάνει από το αυτί και αρχίζει να του το τσιμπάει. Η συνείδηση του Κλάρενς παραμένει εδω. 

    «Δυστυχώς δεν βρισκόμαστε σε κανέναν εφιάλτη. Αυτή είναι η πραγματικότητα.»

    Ο Κλάρενς με δάκρυα στα μάτια αρχίζει να ουρλιάζει για βοήθεια και αμέσως το θηλυκό πλάσμα τον αρπάζει από το στόμα του μπλοκάροντας τις κραυγές του με το χέρι της. Την δαγκώνει αμυνόμενος και στη συνέχεια προσπαθεί να ξεφύγει από την αλυσίδα. Καταφέρνει να απελευθερώσει το δεξί του χέρι και αρχίζει να την χτυπά. Την τρίτη φορά που σηκώνει το χέρι του για να χτυπήσει, ο Φάλικ όπως προηγουμένως , κατεβάζει απότομα τα νύχια του και κόβει τη δεξιά παλάμη του Κλάρενς στην μέση.

    Το κομμένο μισό πέφτει στο έδαφος στρίβοντας και σέρνοντας σπαστικά. Οι διαχωρισμένοι τένοντες των δακτύλων του ξεσπάνε και η σάρκα γύρω τους σιγά σιγά μετατρέπεται σε τέφρα. Συγκλονισμένος ουρλιάζει από τον πόνο και αντικρίζει το σακατεμένο χέρι του. Ένας αντίχειρας του απομένει μονάχα ενώ το αίμα που χύνεται από τις βίαιες οπές βράζει καυτηριάζοντας και κλείνοντας αλλόκοτα τα τραύματα. 

    «Λυπάμαι …» αναφωνεί η θηλυκιά Σάτυρος ενώ σηκώνεται και κινείται γύρω από το παιδί. Ο Φάλικ αν και ενοχλημένος από αυτό που ακούει, το αγνοεί και ψέλνει «ΧΆΙΠΟΥΣ!». Άλλο ένα απόκρυφο ξόρκι και το πρόσωπο του Κλάρενς παγώνει απότομα. Τέρμα οι φωνές, τέρμα το κλαμα. Ο κόσμος για εκείνον αρχίζει να γυρίζει ανάποδα και χάνει τον έλεγχο του σώματός του σταματώντας τον ανυπόφορο πόνο του. Ο Φάλικ αφαιρεί την αλυσίδα από τον λαιμό του παιδιού και εκείνη απορροφάται πάλι πίσω στις παλάμες του. 

    Το σώμα του Κλάρενς πέφτει στο πάτωμα με το κεφάλι του στραμμένο προς τον ουρανό. Για πρώτη φορά θα τον κοιτάξει από την στιγμή που ξύπνησε πάλι. Δεν είναι αυτός που θυμάται. Αντί για το απέραντο γαλάζιο, αντικρίζει ένα βαθύ μπρούτζινο χρώμα. Έναν ουρανό θολό, χωρίς σύννεφα και χωρίς καμία σαφή πηγή φωτός. Παρόλο που μπορεί ακόμα να χρησιμοποιήσει τα μάτια του και την ακοή του, δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο. Παραμένει μονάχα ένας απλός παρατηρητής. Ο ευκολότερος τρόπος να το περιγράψει κανείς είναι σαν να κάθεται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με τα μάτια καρφωμένα σε μια μεγάλη οθόνη. Με τα μάτια καρφωμένα στα φρικτά πράγματα που ετοιμάζουν να κάνουν στο κορμί του.

    Πανικοβάλλεται και για ένα δευτερόλεπτο ο μπρούτζινος ουρανός μετατρέπεται σε λευκό ταβάνι αποστειρωμένου δωματίου νοσοκομείου. Οι δύο Σάτυροι που τον κοιτάνε, σε ανέκφραστους χειρούργους πίσω από μάσκες να τον παρακολουθούν σαν πειραματόζωο. Ίσως μια φευγαλέα ανάμνηση από το παρελθόν, ένας άλλος διαφορετικός εφιάλτης από τον οποίο φαίνεται τότε να ξέφυγε. Για ακόμα μια φορά παγιδευμένος υπό την επήρεια αναισθησίας, ο μικρός Κλάρενς Γουότερς ανακαλύπτει ότι η ζωή δεν του ταιριάζει. Σαν αστέρι που λάμπει στο κατάμαυρο της νύχτας, λόγια αγάπης και ένα φιλί στο μέτωπο ξεθάβονται από το χάος των αναμνήσεων του και φωτίζουν το σκότος που περικυκλώνει την καρδιά του. 

    «Σήμερα δεν σου ταιριάζει. Αύριο είναι μια νέα μέρα. Πήγαινε για ύπνο Κλάνσι. Σ’αγαπώ.»

  • Mindflayers – Chapter 1

    The kids are standing around, pretending to be busy, looking at her in awe. Their father hired her to guard them safely to Sanctuary. So far they haven’t seen her in action, but ‘Coiled’ Sabine Tidan is a legendary Psion. Renown for being one of the originals and infamous for killing a bunch of rogue ones. Now considered dead by most and fictitious by some, she drinks herself to sleep in some of the most notorious settlements of the outer lands. Most people forget that the world was dangerous even before the Mindflayers. Their appearance upped the scale in multitudes and forced parts of the world to unite. Whatever ‘s left, at least. From those remaining, most forget that Psions cannot truly stop the alien overlords, they can only slow them down.

    “How do they look like, milady?” The only girl from the young trio speaks up.

    Sabine sighs, pauses and then looks at the children. Their father said that they were special. That it was vital for humanity’s survival that they get to Sanctuary. Bunch of religious prophecy bullshit if you ask her.

    “Sometimes they take physical form, sometimes they’re incorporeal. My eyes always see transparent floating goo.” The kids excitedly exclaim hearing her response. They wouldn’t if she continued describing the proboscis. “… and I am not a lady.”

    Humans cannot sense the Mindflayers. They cannot see them. They cannot hear them. They cannot smell them. They are invincible to our detection and to any man made technology. They just arrive unbothered closeby and they suck the consciousness out of you with a straw, leaving you an empty husk with zero brain activity. Sometimes during their flaying something happens that severs this process leaving behind survivors. Those few who mysteriously survive, they are left behind with psychic powers and supernatural senses, and most importantly they become immune to the Mindflayers’ proboscis, the actual weapon that extracts our sentience. Those survivors are the Psions, and amidst other talents they can sense their makers.

    “We have powers too, you know!” The younger boy speaks up and soon his sister stands in front of him with her short arms crossed on her waist. “Not yet, Peetah. We have to unlock them first.”

    “Good luck with that …” Sabine cynically whispers while clearly annoyed with the little girl’s pompous melodical accent.

    The father approaches and caresses the little boy while stressing his eyes toward Sabine. “We’ve rested enough. Time to move on”.

    They all gather their belongings and continue their path deep within the Rotting Woods. Sabine, now in her mid fifties, has never stepped foot in here before. An old Psion companion of hers is rumored to be stationed in the area. She used to hold a badge herself a long time ago but that Sabine, the one they used to call ‘The Coiled’, is buried in the past. The markings on her face and body are still there, but the only spirit left in her is the one in the glass bottles she hoards in her backpack.

    Thomas, the father of the kids, seems about the same age as her. He looks rough and surely holds his own demons as he survived the Cataclysm. The stories talk about a sundering of the world, a great cataclysmic tempest that scoured the land before the invincible predators arrived. In truth, it was just a heavy storm spread across the continent. The sundering came after one by one, the people in the streets, started levitating in the air, beating themselves, screaming until their voided flesh dropped on the ground like ripe fruits.

    The group walks a good ten mile before Sabine catches the scent. A Mindflayer is near, maybe more. She informs Thomas and he tries to calmly explain the situation to the children. He begins smearing them with dirt. She knows camouflage does nothing. Psions have the ability to sense other minds and their thoughts if they are in proximity. A gift passed down by the Mindflayers who definitely share this trait.

    Sabine checks her rifle. Bullets do not truly harm the aliens, but they do enough to slow them down, even stun them sometimes. She opens the barrel, trashes all the loaded shots and then fully reloads. A small good-luck ritual she gathered along the way.

    “It is closer than I thought” Sabine whispers. “Stay back. Hide. When you hear me shooting, run east like you’ve never run before.”

    They all nod in fear and with her rifle pointing north, Sabine steps forward. Every second that passes the indications get stronger and stronger. She’s been asked tens and hundreds of times to explain what she truly experiences when they are close, but besides the visual and the smell stimuli her descriptions usually omit the part that’s scarier for most. Sometimes the Mindflayers speak to her. No vocal sound is produced per se and no conceivable message is relayed. Telepathical gibberish, sometimes even from kilometers away. The most maddening and loathsome rings a human mind can internally process. 

    Suddenly, Sabine pulls her rifle in firing position and raises her left hand signaling at the family far behind. Thomas clenches both his fists holding Oliver on one and Alice on the other, who in turn has grabbed Peter’s hand, all of them crouched and all of them drenched in dirt and horror. 

    One … two … three … four … five … six … seven …

    Sabine lets her guard down. Her arms fall to the side. The rifle almost slips from her fingers.

    Twelve … thirteen … fourteen … fifteen … sixteen … 

    She takes a step back and then tilts her body forward. 

    Nineteen … twenty … twenty one … twenty two …

    Thomas starts getting anxious.

    Twenty six … twenty seven … twenty eight …

    “Is everything alright?” he calls out. Immediately, Oliver is violently pulled from his father’s hand and pulled up towards the sky. The boy cries and screams while his siblings watch him being flayed right in front of their eyes. Thomas pulls out a pistol. He shoots around the boy’s levitating body, but nothing happens. “What the FUCK are you doing Tidan?”

    Sabine remains paralyzed. A singular, yet extremely large, Mindflayer has passed through her completely undisturbed and right now is collecting its targets, targets she was supposed to protect. She may have become an old misanthropic bastard, but never has she strayed while on a job. She doesn’t even drink on hire. That is such, because she has never seen Jared, her long gone son, in front of her, alive calling for her to join him. Never until now. He’s exactly the same as when she saw him last. Everything in her power is telling him that he’s real, but it makes no sense. The Mindflayers took him decades ago. They took him even before they attempted to take her. Damn, even her psychic senses are underlining the truth that he’s physically there. If he was truly alive, he would be over thirty years old now.  “J…Jared is that you?” her voice trembles. Jared runs deeper in the woods. Sabine follows.

    “You FUCKING BITCH!” Thomas yells. Little Oliver’s skull shakes while the hideous creature feeds on the poor boy. Thomas grabs the other two sobbing children and runs away. Soon enough Oliver’s body drops. The Mindflayer’s hunger isn’t quenched yet though. It easily catches up, extends its machine-like proboscis outside its oozy veil and hurls it again towards the girl’s nape. Alice is pulled away. “Noooooo!” Thomas screams. He desperately pulls his backpack, opens it and from a special compartment quickly removes a bizarre jar.

    Sabine follows Jared closely. She battles the thought of attempting to touch him. So far their pace makes it impossible. A few minutes after running in the woods, Jared stops. In front of him, semi transparent orange goo. The same thing Sabine sees when she looks at one of these aliens. Only that the goo appears to exist within a rip of our reality. A wormhole maybe. Jared approaches it. Sabine extends her hand and at the same time an extreme surge of adrenaline fills her body. “A thought bomb?” astonished, she mutters.

    Thomas, enraged, raises the abhorrent jar. With uttermost force he throws it below Alice and the glass smashes. Everyone collapses. Including Sabine in the distance, right before she got her chance to feel her son again. 

  • Εγώ και εμένα

    Δεν κάνω ποτέ αυτά που δεν θέλω να μου κάνουν.

    Δεν με μισώ.

    Δεν με αγαπάω.

    Πιστεύω ότι αν αγαπούσαμε τον εαυτό μας λιγότερο, μακροπρόθεσμα θα ανατρέπαμε την σπείρα προς το τέλος του είδους και βραχυπρόθεσμα θα δίναμε παράδειγμα σε όλα τα πλάσματα που πασχίζουν να αγαπήσουν τον εαυτό τους.

    Δεν με νοιάζει να βοηθήσω. Με νοιάζει να μην βλάψω.

    Κάποτε με ρώτησε ένας συνομήλικος στον δρόμο «Θα προτιμούσες να πας στο ‘Πυρ το εξώτερον’ ή να είσαι ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου;» Ζυγίζοντας την κατάσταση απάντησα το προφανές. Εκείνος προβληματισμένος μου είπε «Εγώ στο ‘Πυρ το εξώτερον’.». Στεναχωρήθηκα για εκείνον.

    Δεν πιστεύω ούτε στην μεταθάνατο ζωή ούτε στον παράδεισο. Με ενδιαφέρει η κόλαση και η εξουσία που ασκεί πάνω στους ανθρώπους.

    Θυμούμενος τα τελευταία χρόνια των παππούδων και γιαγιάδων μου μια μέρα είπα στην μητέρα μου «Ελπίζω όταν έρθει και εσένα η ώρα σου να μην το ρίξεις στην θρησκεία.». Ακούγοντας το ο πατέρας μου με έπιασε και μου τα χωσε. Τότε δεν τον κατάλαβα και με πείραξε. Τώρα πια καταλαβαίνω.

    Νεότερος υπήρξα κάφρος. Στην τελευταία τάξη του λυκείου είχα κάνει μια καθηγήτρια να δακρύσει. Η μοναξιά με βοήθησε να αλλάξω.

    Αποφεύγω τις συγκρούσεις και πάντα δικαιολογώ τους άλλους.

    Στον δρόμο τα παιδιά με προσφωνίζουν ως ‘Κύριο’ και εγώ νιώθω ακόμα παιδί.

    Συχνά χάνομαι μέσα σε φανταστικούς κόσμους που γνώρισα σε μικρότερες ηλικίες για να επαναφέρω τον εαυτό μου στην παιδική μου φύση. Παλαιότερα θα προτιμούσα να ζω πραγματικά σε αυτούς τους κόσμους. Η απόδραση από την μοναξιά το άλλαξε αυτό. Τώρα θέλω να δημιουργήσω τους δικούς μου.

  • Αγαπημένη κούπα

    Δακρυσμένος ξυπνάς ανάσκελα σε μια λίμνη από αίμα. Βουητό στα αυτιά σου αποκρύπτει τον ήχο της μπόρας που σιγά σιγά γεννιέται έξω από το παράθυρο. Στο δεξί μάγουλο σου, κολλημένα κομμάτια πορσελάνης από την αγαπημένη σου κούπα, αυτή που αφήνεις κάθε βράδυ δίπλα σου στο κομοδίνο. Αν υπήρχες θα ευχόσουν να μπορούσε αυτή η κούπα να μαζέψει τα κομμάτια της και από μόνη της να συναρμολογηθεί ξανά. Ένας απότομος γδούπος στον κρόταφο σου διακόπτει την αρμονία σου και σαν προγραμματισμένο ανδρείκελο πνίγεσαι και πάλι μέσα στην επιρρέπεια σου. Το είναι σου αναζητά αλκοόλ. Μερικά δάχτυλα ουίσκι θα σε βοηθούσαν να κλείσεις τα μάτια σου. Από πάντα σου άρεσε αλλά τώρα ειδικά το έχεις πιο πολύ ανάγκη από ποτέ. Σε εκείνη δεν αρέσει όταν πίνεις. Κάθε φορά απειλεί ότι θα καλέσει την αστυνομία. Λέει ότι γίνεσαι βίαιος. Τώρα όμως μετά από τόσους μήνες την βλέπεις να σου χαμογελάει ξανά, ξαπλωμένη στο κρεβάτι.

    «Θεέ μου, είσαι τόσο όμορφη όταν δεν μαλώνουμε …»

    Το δωμάτιο είναι σε άθλια κατάσταση. Νιώθεις την ανάγκη να κλάψεις. Το αλκοόλ αρχίζει να ξεθυμαίνει και τα ρούχα σου έχουν στεγνώσει.

    «Τι έκανα;»

    Ψάχνεις τα συρτάρια για να βρεις που έκρυψε το ουίσκι η αναθεματισμένη. Κάτω από τα εσώρουχα της βρίσκεις κρυμμένο ένα ημιαυτόματο πιστόλι. Ο μπάσταρδος ο πατέρας της πρέπει να της το έδωσε.

    «Που είναι το μπουκάλι αγάπη μου; Ελπίζω να μην το άδειασες και αυτό στην λεκάνη;»

    Εκείνη σε κοιτάει με το ίδιο βλέμμα και με το ίδιο χαμόγελο, ατάραχη. Οργισμένος, πηδάς πάνω στο κρεβάτι, με τους αντίχειρες σου της κατεβάζεις το χαμόγελο από τα ωχρά της χείλη και μετά την αρπάζεις από το λαιμό. Δεν ανταποκρίνεται, δεν αντιστέκεται. Το στατικό της βλέμμα σε χλευάζει. Εσύ θολώνεις και πιέζεις παραπάνω. Καταφέρνεις να διακόψεις την παράσταση της και η γαλήνια έκφραση της μετατρέπεται σε τεταμένη απόγνωση. Αυτό το τρομοκρατημένο πλάσμα δεν είναι η γυναίκα που ερωτεύτηκες. Παλεύετε πάνω στα σεντόνια και στα έπιπλα μέχρι που κουράζεσαι και την αφήνεις. Εκείνη τραβιεται μακριά σου.

    «Στο είπα Ελένη, εάν μου ξαναπάρεις το ποτό θα σε σκοτώσω!»

    Φωνάζεις, της πετάς πράγματα αλλά εκείνη δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα σου. Πας πίσω στην κουζίνα ψάχνοντας για ένα μαχαίρι και στον νεροχύτη πάνω βλέπεις καθαρή και ολάκερη την αγαπημένη σου κούπα. Γυρνάς στην βιβλιοθήκη και βγάζεις τους τόμους 17,18 και 19 από την εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica. Πίσω από αυτούς είχες κρύψει το μπουκάλι και τώρα πια δεν είναι εκεί.

    «Γαμώ το κέρατο μου! Ελένηηηηη;».

    Πιάνεις το μπουφάν σου και νευριασμένος βγαίνεις από το σπίτι να ξεσκάσεις.

  • Το άλλο μέρος

    Αναγκάζομαι να μιλήσω, επειδή άνθρωποι της επιστήμης αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τις συμβουλές μου χωρίς να γνωρίζουν το γιατί. Φόβος είναι ο λόγος που δεν έδωσα μέχρι τώρα εξηγήσεις. Φόβος ότι θα γελοιοποιηθώ. Φόβος ότι θα στιγματιστώ. Σήμερα είμαστε πολύ πέρα από όλα αυτά. Το όνομα μου είναι Δόκτωρ Άλαν Πάημαν και σήμερα είναι Σαββάτο, 30 Νοεμβρίου 2024. 3 χρόνια, 4 μήνες και 12 ημέρες ύστερα από την πρώτη φορά που, συνειδητά τουλάχιστον, επισκέφτηκα αυτό το ‘άλλο μέρος’. Η ανάμνηση, όπως και όλες, ξεκινάει κατευθείαν μέσα στην δράση χωρίς απαντήσεις στα ποιός, που και γιατί. Μέσα σε ένα μισο-κατεστραμμένο και γεμάτο σκόνη βίντεο κλαμπ με εμένα να ξεφυλλίζω μια ξεχασμένη συλλογή από πλαστικοποιημένα πόστερ ταινιών δράσης της δεκαετίας του 90. Ήχοι από αναφιλητά διακόπτουν την αναζήτηση μου, οδηγώντας με σε λαβύρινθους από ράφια που κάποτε ίσως να ήταν γεμάτα με βιντεοπαιχνίδια και χαζοκωμωδίες. Βλέπω τον εαυτό μου να βαδίζει χαμογελαστός μέχρι που αντικρίζω ένα μικρό κορίτσι γονατιστό στο πάτωμα και δύο λίγο μεγαλύτερα αγόρια να την παρηγορούν. Με κοιτάζουν, σηκώνονται και εγώ κάνοντας λίγα βήματα ακόμα προς εκείνα προσπαθώ να τα ηρεμήσω προτρέποντας τους να μην ανησυχούν, λέγοντας τους ότι όλο αυτό είναι απλά ένα όνειρο. Το πιο ψηλό αγόρι με ρωτάει εύλογα πως είμαι τόσο σίγουρος για αυτό. Χωρίς να το έχω προσέξει και χωρίς καμία μέχρι τώρα άλλη ένδειξη για αυτό, σηκώνω το χέρι μου και δείχνω από πίσω τους. Αναγνωρίζω εκείνη την στιγμή, στο σημείο όπου δείχνω, ένα πρόσωπο γνωστό μου, ένα πρόσωπο που έχω χάσει από τα παιδικά μου χρόνια. Λέω στα παιδιά ότι το ξέρω γιατί από πίσω τους κάθεται ο παππούς μου και ο παππούς μου έχει πεθάνει. Εκκωφαντικό σφύριγμα από ατμομηχανή παλαιού τρένου ακούγεται έξω από το κτίριο και λίγα δευτερόλεπτα μετά το πρόσωπο που αναγνώρισα ως τον αγαπημένο μου παππού έχει μετατοπιστεί με κάποιον μεταφυσικό τρόπο διακριτικά από πίσω μου. Πριν προλάβω να γυρίσω για να τον αντικρίσω, με αρπάζει από τον λαιμό και με παθιασμένο μίσος πιέζει τα χέρια του στον σβέρκο μου στραγγίζοντας την σάρκα μου από τις τελευταίες τις ανάσες. Ξυπνάω λουσμένος στον ιδρώτα πίσω στην πραγματικότητα και στην ευρύχωρη μου γκαρσονιέρα με τα παλλόμενα φώτα από την ξεχασμένη ανοιχτή τηλεόραση να με τυφλώνουν. Μια δημοσιογράφος με σοβαρό τόνο μιλάει για κάποιο ατύχημα. Κάποιο ζευγάρι που τραγικά έχασε την ζωή του. Και τα 3 παιδιά τους που χαροπαλεύουν στην εντατική. Τραβιέμαι λίγο προς το κομοδίνο δεξιά από το ξύλινο κρεβάτι μου για να πιάσω τα γυαλιά μου. Μόλις τα βάζω, αντικρύζω στην οθόνη μια φωτογραφία με τρία πρόσωπα που δεν θα ξεχάσω ποτέ μου. Τα πρόσωπα που προσπάθησα να παρηγορήσω πριν ο αγαπημένος μου παππούς πασχίσει να με διώξει από αυτό το ‘άλλο μέρος’.

  • Παραγγελία πίσω από την εκκλησία (NSFW)

    Το φεγγάρι ολοστρόγγυλο μαγεύει την ατμόσφαιρα γεμίζοντας το μαγαζί με νέα ζευγάρια που έχουν βγει να γιορτάσουν τον έρωτα τους. Η ώρα κοντεύει 12 και τα σεντόνια του πάθους στρώνονται στο μυαλό των θηλυκών καθώς τα αρσενικά τις γδύνουν με τα μάτια τους. Ένας μεγάλος θόρυβος ακούγεται από την κουζίνα. Ο Γιάννης ο ιδιοκτήτης τρέχει μέσα να δει τι συμβαίνει. Καθισμένο βρίσκει τον Πέτρο, τον νέο Delivery του μαγαζιού, χλωμό και ιδρωμένο λες και έχει δει φάντασμα. «Τι συμβαίνει εδώ;» ρωτάει.

    Κανείς δεν του απαντάει. Ανεβάζοντας τον τόνο φωνής του ξαναρωτάει. Τον κοιτάει ο μάγειρας και διστακτικά του λέει «Να μωρέ, εδώ ο καινούριος μας λέει κάτι αλαμπουρνέζικα για την παραγγελία πίσω από την εκκλησία.»

    «Το … τ …. τοτ … απ’ το ταβάνι.» ψιθυρίζει ο Πέτρος κολλώντας στα λόγια του.

    Συνεχίζει ο μάγειρας «Όλο δικαιολογίες βρίσκουν για να βάλουν στην τσέπη τις παραγγελίες. Στο είπα ρε Γιάννη να το κάνουμε σαν το σουβλατζή απέναντι που χρεώνει τον Delivery πριν την παράδοση.» Αγνοεί ο Γιάννης τα λόγια του μάγειρα και του λέει «Φέρε ένα ποτήρι νερό στον άνθρωπο που τρέμει και άσε τις μαλακίες.»

    «Στο είχα πει να μην προσλάβεις τον μικρό. Καινούριος στο χωριό φέρνει κακά μαντάτα.» Σχεδόν μιλάει μόνος του ο μάγειρας ενώ γεμίζει με νερό της βρύσης ένα πλαστικό ποτήρι. Επιστρέφει με το ποτήρι, το αρπάζει ο Γιάννης και προσπαθεί να δώσει στον Πέτρο να πιει. Εκείνος  το πετάει κάτω άτσαλα και συνεχίζει «Απ’ το … απ’ το ταβάνι … κατέβηκε. Ήταν αληθινό, ήταν αληθινό σας λέω!»

    Εκνευρισμένος ο Γιάννης του φωνάζει «Τι κατέβηκε από το ταβάνι ρε μαλάκα;»

    Η δυνατή και ωμή φωνή του Γιάννη φέρνει λίγο πίσω στην πραγματικότητα τον Πέτρο. Πιάνει το αριστερό πλευρό του και αρχίζει να εξιστορεί σε όλους που βρίσκονταν στην κουζίνα τι συνέβη:

    «Πήγα πίσω από την εκκλησία όπως έγραφε το χαρτί και είδα ένα μισογκρεμισμένο σπίτι με αρκετούς ορόφους. Χτύπησα το μοναδικό κουδούνι που είχε και δεν απάντησε κανείς. Σπρώχνοντας ελαφρά την πόρτα πρόσεξα ότι ήταν ήδη ανοιχτή. Περπάτησα σε έναν μικρό διάδρομο και μετά ανέβηκα κάτι σκάλες. Δεν θυμάμαι πόσα σκαλιά ήταν αλλά φάνηκαν πολλά. Φτάνοντας στο τέλος με περίμενε εκείνος. Αφύσικα ψηλά πόδια και αδύνατος σε σημείο αηδίας. Σαν να ήταν άρρωστος , χλωμός και βρώμικος μύριζε από μέτρα μακριά. Όταν έφτασα διστακτικά κοντά του μου άρπαξε το κουτί με την πίτσα και αμέσως την άνοιξε. Χαμογέλασε και κοίταξε μέσα στο σπίτι σαν να ψάχνει κάποιον. Χαμογελαστός γύρισε σε μένα και μου είπε ότι δεν έχει να με πληρώσει. Τρομαγμένος λίγο από την κατάσταση του είπα πως δεν πειράζει και στράφηκα να φύγω. Με άρπαξε από το χέρι και μου είπε ότι θα με πληρώσει με κάτι καλύτερο από χρήματα. Αμέσως άνοιξε μια πίσω πόρτα διάπλατα. Μέσα βρισκόταν το πιο όμορφο πλάσμα που είχα δει ποτέ μου. Φορούσε μια μαύρη ρόμπα με μια κόκκινη ζώνη στην μέση. Ξεκούμπωσε την ζώνη και άφησε την ρόμπα να πέσει κάτω. Το γυμνό της σώμα με υπνώτισε … με υπνώτισε.»

    Ο Γιάννης με τον μάγειρα κοιτιούνται μεταξύ τους και ο Πέτρος φωνάζει σκουπίζοντας τα δάκρυα του «Με υπνώτισε σας λέω με υπνώτισε!» «Και μετά τι συνέβη;» ρωτάει ο Γιάννης.

    «Ξέχασα τα πάντα. Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ είναι το στήθος της και τα πόδια της. Δεν έλεγχα το σώμα μου. Κάθε βήμα που έκανε εκείνη προς τα μέσα, το έκανα και εγώ ακολουθώντας την προς την κρεβατοκάμαρα Μόλις φτάσαμε μέσα με ξάπλωσε στο κρεβάτι και μου πίεσε τα χέρια πάνω στο στρώμα. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Σηκώθηκε από πάνω μου και κάθισε στην καρέκλα μπροστά από το κρεβάτι. Εκείνη την στιγμή μπήκε στο δωμάτιο και ο άλλος με το άρρωστο του χαμόγελο. Εκείνη αφού κάθισε, άνοιξε τα πόδια της και άρχισε να χαϊδεύει το … το πράμα της.»

    Ξεροκαταπίνει ο Γιάννης και ο μάγειρας.

    «Το βλέμμα μου είχε κολλήσει εκεί. Δεν μπορούσα να κουνηθώ, δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα να κοιτάξω αλλού και δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο όσο και να προσπαθούσα. Ήταν σαν έναν εφιάλτη που ξέρεις ότι κοιμάσαι και δεν μπορείς να ξυπνήσεις. Φυλακισμένος στο όνειρο, μόνο που αυτό δεν ήταν όνειρο. Το βλέμμα μου ελευθερώθηκε όταν η άκρη του ματιού μου έπιασε να συμβαίνει κάτι πάνω από το κεφάλι μου. Κάτι συνέβαινε στο ταβάνι, είχε αλλάξει χρώμα από το σκονισμένο γκρι του υπόλοιπου δωματίου. Έμοιαζε σαν το χρώμα του δέρματος με μια πινελιά κίτρινου. Ξαφνικά άρχισε να κουνιέται. Όχι όπως περιμένεις έναν τοίχο να κουνιέται σε σεισμό αλλά σαν να κινείται κάτι ζωντανό στην θέση του ταβανιού. Ήταν σαν να πρόβαλε κάποιος ταινία, σαν το ταβάνι να είχε αποκτήσει σάρκα και να ήταν ζωντανό.»

    «Σιγά σιγά άρχισε να σχηματίζεται κάτι. Ήταν σαν ένα χέρι να περνάει από επάνω και να το σμιλεύει. Το βλέμμα μου γύρισε για λίγο στην κοπέλα μιας και άρχισε να γίνεται πιο βίαιη στις κινήσεις της και αυτό αντικατοπτριζόταν στην κίνηση με την οποία σμιλευόταν το ταβάνι. Τους κοίταξα και τους δύο τρομοκρατημένος αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω. Η κοπέλα σταμάτησε όταν το σχήμα στο ταβάνι ήταν ξεκάθαρο πλέον. Ήταν ένα αιδοίο σχηματισμένο κατ’ εικόνα του δικού της. Δεν πρόλαβα να συνειδητοποιήσω τι συνέβη και αμέσως τα χείλια του άρχισαν να ανοίγουν και από μέσα ξεκίνησε να κατεβαίνει εκείνο … Ένα μαύρο πλάσμα που είχε κρεμαστεί σαν νυχτερίδα από τον ομφάλιο λώρο του. Έφτυνε ένα μαύρο υγρό σαν πίσσα και ο χλωμός άντρας άρχισε να γελάει. Προσπαθούσα να ουρλιάξω αλλά δεν μπορούσα. Έκλεινα τα μάτια μου και τα ξαναάνοιγα. Κάποιες φορές το πλάσμα και το ταβάνι εξαφανιζόταν μέχρι που το πλάσμα προσγειώθηκε πάνω μου. Σήκωσε το χέρι του και με ένα από τα μυτερά του νύχια με χάραξε στο αριστερό πλευρό. Αμέσως μετά η φωνή μου επέστρεψε και άρχισα να ουρλιάζω. Κατάφερα να σηκωθώ από το κρεβάτι και άρχισα να τρέχω.»

    Ο Γιάννης για λίγο άφησε την προσοχή του απ΄ τα λόγια του νεαρού και κοίταξε το σώμα του. Κρατούσε το αριστερό πλευρό του και παρόλο που τα χέρια του το κάλυπταν φαινόταν το κόκκινο του αίματος πάνω στην μπλούζα του. Εκείνος πρόσεξε το αφεντικό του να το κοιτάζει και αυτός και αμέσως αρχίζει να φωνάζει πάλι «Ήταν αληθινό, σας το είπα … Ήταν αληθινό … ΣΑΣ ΤΟ ΕΙΠΑ!»

    Οι πελάτες ακούγοντας όλες αυτές τις φωνές ανησύχησαν και οι σερβιτόροι προσπάθησαν να τους εφησυχάσουν. Λίγα λεπτά αργότερα, μέσα στην κουζίνα ο Γιάννης και ο μάγειρας προσπαθούν να ηρεμήσουν τον Πέτρο. «Πέτρο αγόρι μου άκουσες ο ίδιος αυτά που μας ξεστόμισες; Αυτά είναι παραμύθια. Μήπως παίρνεις κανα φάρμακο, μήπως είσαι μπλεγμένος με ναρκωτικά;» ρωτάει με ένα ψεύτικα έκπληκτο ύφος ο Γιάννης ανταλλάσοντας ύποπτες ματιές με τον μάγειρα.. «Πρέπει να με πιστέψετε. Πρέπει να με … Λέω αλήθεια. Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια !» συνεχίζει ο Πέτρος.

    «Ακόμα και εάν νομίζεις ότι είδες κάτι πραγματικά πρέπει να καταλάβεις ότι ότι και να είδες ήταν παραίσθηση. Δεν ήταν αληθινό. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν μόνο στην φαντασία … Το καταλαβαίνεις;» τον πιέζει ο Γιάννης.

    «Μα το είδα μπροστά μου!» προσπαθεί να συνεχίσει αλλά ο μάγειρας τον διακόπτει «Ρε Γιάννη, στείλε το παιδί σπίτι του. Έχει αναστατώσει όλο το μαγαζί, δεν βλέπεις;»

    Ο Γιάννης αγνοεί τον μάγειρα και αρπάζει τον Πέτρο από τους ώμους «Πρέπει να βάλεις καλά στο νου σου ότι δεν είδες τίποτα. Ήταν ένα όνειρο. Το καταλαβαίνεις, Πετράν;»

    «Γιάννη σταμάτα.»  ο μάγειρας ακούγεται προβληματισμένος ενώ ο Γιάννης επιμένει. «Πέτρο για τελευταία φορά, αυτό που είδες ήταν ψεύτικο. Δεν έγινε πραγματικά. Το καταλαβαίνεις;»

    «Μα .. μα με έκοψε με το χέρι του !» αγγίζει την πληγή του με τα χέρια του γεμάτα δάκρυα. «Το είδα. Το είδα … Το είδα ! Πρέπει να το μάθουν. Πρέπει να το μάθουν όλοι!» φωνάζει ο Πέτρος.

    Ο Γιάννης αφήνει τον νεαρό και περπατάει προς τον νεροχύτη και αρπάζει ένα κοφτερό μαχαίρι. Γυρνάει στον Πέτρο και με το άλλο του χέρι βάζει το χέρι του στο στόμα του. Ο μάγειρας τον κοιτάει δείχνοντας την αποτροπή του αλλά δεν τον σταματάει. Του τραβάει την γλώσσα ενώ αντιστέκεται και καταφέρνει να του την κόψει. Αίματα γεμίζουν την κουζίνα καθώς ο Πέτρος προσπαθεί να ξεφύγει από τα χέρια του Γιάννη. Προσπαθεί να μιλήσει αλλά μόνο κραυγές χωρίς περιεχόμενο βγαίνουν από το στόμα του. Γλιστράει πάνω στους αιματοβαμμένους πάγκους και τρέχει προς το πάσο χωρίς να τον ακολουθούν οι άλλοι δύο. Βγαίνει έξω από την κουζίνα και στην έξοδο συναντάει δύο τραπέζια με πελάτες. Τον κοιτάνε αλλά η εικόνα του δεν τους ξαφνιάζει. Τρέχει προς το πρώτο τραπέζι με αίματα στα χέρια του και προσπαθεί να ζητήσει την βοήθεια τους αλλά αυτοί τον αγνοούν και συνεχίζουν το γεύμα τους ελαφρά ενοχλημένοι. Τρέχει προς το δεύτερο και ένας από αυτούς που κάθονται σηκώνεται και τον σπρώχνει μακριά για να μην λερώσει το φόρεμα της κοπέλας του. Βγαίνοντας ακόμη πιο έξω συναντάει περισσότερα τραπέζια. Ο κόσμος πίνει, τρώει και συμπεριφέρεται ασυνήθιστα σαν να μην υπήρχε ο Πέτρος. Μονάχα κάποιοι δείχνουν την δυσαρέσκεια τους καθώς η φασαρία και ένας κυριολεκτικά αιμοσταγής ντελιβεράς ταράζει την όμορφη βραδιά τους.

    Τρομοκρατημένος και πνιγμένος με απίστευτο πόνο νιώθει έτοιμος να τα παρατήσει και πέφτει κάτω. Λϊγο πριν αφεθεί και λιποθυμήσει βλέπει έναν αστυνομικό πάνω σε μηχανή απέναντι από το μαγαζί. Έχοντας ελπίδα για σωτηρία βρίσκει την δύναμη να σηκωθεί και αρχίζει να τρέχει προς αυτόν. Ξυστά αποφεύγει ένα αμάξι και πέφτει μπροστά στα πόδια του αστυνομικού που στέκεται στην άκρη του δρόμου. Προσπαθεί να ψάλλει «Βοήθεια» αλλά δεν τα καταφέρνει. Ο αστυνομικός βγάζει το κράνος του και ο Πέτρος αρχίζει να κραυγάζει πιο δυνατά. Στο πρόσωπο του βλέπει την ατροφική εικόνα του άντρα στο σπίτι πίσω από την εκκλησία να του χαμογελάει πάλι. Βγάζει το γκλοπ του σιγά σιγά και γελώντας ζοφερά τον βαράει στο κεφάλι. Πέφτοντας κάτω πριν χάσει τις αισθήσεις του, ο Πέτρος μουρμουρίζει «Ιεεε εφάτης … ιιι εφιάτης».

    Ο Γιάννης και ο μάγειρας φτάνουν σιγά σιγά στο σημείο. «Βάλτον στο κουτί.» δίνει οδηγίες στον μάγειρα το αφεντικό. «Και όταν ηρεμήσει στείλτον πάλι στο σπίτι. Θα τον κανονίσει εκείνη». Ο μάγειρας υπακούοντας κάνει ένα νεύμα και βάζει στην πλάτη του τον αναίσθητο Πέτρο. Αφού απομακρύνεται, ο Γιάννης σηκώνει το βλέμμα του προς τον πανύψηλο φρικτό αστυνομικό.«Γιατί τώρα; Έπρεπε να με ειδοποιήσετε πρώτα.» Εκείνος σηκώνει το χέρι του ακουμπώντας το στο κεφάλι του Γιάννη πατρικά και τον χαϊδεύει γελώντας. «Τέλος πάντων.» αναστενάζει ο Γιάννης. «Άλλη μια πεπερόνι;»